Η ανταρσία και το τίμημα της ορατότητας: Διαβάζοντας το YOUTHS III

Της Τζίνας Καρβουνάκη

Το σφυρί είναι ένα αντικείμενο που προϋποθέτει χέρι, κατεύθυνση και σκοπό. Χτίζει, επισκευάζει, συντρίβει. Η αποδέσμευσή του από τον αφέντη ανοίγει επομένως ένα ερώτημα που υπερβαίνει την ποιητική ευρηματικότητα του τίτλου: σε ποιον ανήκει η δημιουργική πράξη; Στον άνθρωπο που την επιχειρεί, στους θεσμούς που την αναγνωρίζουν ή στους μηχανισμούς που καθορίζουν την κυκλοφορία της; Η ομαδική έκθεση YOUTHS III, στο Πολιτιστικό Κέντρο «Μελίνα» του Δήμου Αθηναίων, από τις 2 έως τις 16 Οκτωβρίου 2026, σε επιμέλεια Δημήτρη Τρίκα, προσφέρει την αφορμή για μια τέτοια διερεύνηση.

Στο επιμελητικό κείμενο, δημοσιευμένο στο Art for Society, η διαδρομή του Πιερ Μπουλέζ λειτουργεί ως εισαγωγή στο πρόβλημα της αφομοίωσης της πρωτοπορίας. Η αρχική αμφισβήτηση και η μεταγενέστερη θεσμική αναγνώριση συγκροτούν μια αντίφαση την οποία ο Τρίκας εξετάζει ως δομικό φαινόμενο. Η αναφορά στον Ντεμπόρ μεταφέρει τη συζήτηση από το έργο στην οικονομία της εικόνας: ακόμη και η χειρονομία της αντίστασης μπορεί να αποκτήσει εμπορική χρησιμότητα.

Η αξία αυτής της αφετηρίας βρίσκεται στην απομάκρυνση από την εύκολη ηθικολογία περί προδοσίας. Η αναγνώριση ενός καλλιτέχνη δεν αποδεικνύει αυτομάτως την εξουδετέρωση του έργου του. Θα ήταν εξίσου περιοριστικό να θεωρήσουμε την αφάνεια εγγύηση ελευθερίας. Το ουσιαστικό ζήτημα αφορά τις σχέσεις που δημιουργούνται γύρω από την τέχνη: ποιος επιλέγει, ποιος αποκλείεται, ποιος αποκτά πρόσβαση και ποιες μορφές εμπειρίας παραμένουν δυσανάγνωστες μέσα στους κυρίαρχους τρόπους παρουσίασης.

Εδώ η συνομιλία με τον Pier Paolo Pasolini αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Στο «Acculturazione e acculturazione», κείμενο του 1973 που εντάχθηκε στα Scritti corsari, ο Ιταλός διανοούμενος περιγράφει την καταναλωτική εξουσία ως δύναμη πολιτισμικής ομογενοποίησης. Η τηλεόραση επιβάλλει κοινά πρότυπα ζωής, υπονομεύοντας την αυτονομία των επιμέρους πολιτισμών. Η κυριαρχία διεισδύει στις επιθυμίες και στις καθημερινές συμπεριφορές, μέχρι να περιορίσει την ίδια τη δυνατότητα να φανταστεί κανείς διαφορετικούς τρόπους ύπαρξης.

Αν διαβάσουμε την έκθεση μέσα από αυτή την παζολινική προβληματική, η ελευθερία του νέου δημιουργού αποκτά κοινωνικό βάθος. Πριν ακόμη εμφανιστεί το έργο, έχουν ήδη διαμορφωθεί προσδοκίες για το πώς πρέπει να μοιάζει ένας καλλιτέχνης, πώς να μιλά και πώς να διεκδικεί προσοχή. Η σύγκριση με το σημερινό ψηφιακό περιβάλλον αποτελεί δική μας προέκταση της σκέψης του Παζολίνι: η συνεχής αυτοπαρουσίαση μπορεί να μετατρέψει την αναζήτηση σε υποχρέωση αναγνωρισιμότητας. Το έργο κινδυνεύει να οργανώνεται από την προσδοκώμενη εικόνα της αποδοχής του.

Ωστόσο, ο Παζολίνι μάς υποχρεώνει να εξετάσουμε και το περιεχόμενο της διαφοράς. Ποια βιώματα, ποιες γλώσσες, ποιες κοινωνικές μνήμες απειλούνται με εξαφάνιση; Η επίκληση της αντίστασης παραμένει αφηρημένη όταν δεν συνδέεται με συγκεκριμένες ζωές. Μια έκθεση νέων δημιουργών αποκτά κριτική σημασία στον βαθμό που επιτρέπει σε αυτές τις διαφορετικές εμπειρίες να αρθρωθούν, χωρίς να τις συμπτύσσει σε μια ενιαία, καθησυχαστική εικόνα της νεότητας.

Μια δεύτερη, περισσότερο εικαστική συγγένεια προκύπτει με τον Germano Celant. Στο «Arte povera. Appunti per una guerriglia», δημοσιευμένο στο Flash Art το 1967, ο Ιταλός κριτικός περιγράφει τον εγκλωβισμό του καλλιτέχνη στην επανάληψη μιας αναγνωρίσιμης παραγωγής. Η αγορά απαιτεί συνέπεια προς το ήδη επιτυχημένο αντικείμενο, μετατρέποντας τη δημιουργική ανακάλυψη σε μηχανισμό αναπαραγωγής. Η δυνατότητα επιλογής και μετακίνησης γίνεται έτσι κεντρικός όρος ελευθερίας.

Η σύγκριση φωτίζει μια ουσιαστική απαίτηση για το YOUTHS III: η επιμελητική πρόταση χρειάζεται να αφήνει χώρο στην ασυνέχεια. Ένας δημιουργός δικαιούται να εγκαταλείψει τη μορφή που τον έκανε αναγνωρίσιμο, να δοκιμάσει άλλο υλικό, να αποτύχει. Η καλλιτεχνική ωρίμανση δεν ακολουθεί πάντοτε τη γραμμική πορεία που επιθυμούν οι κατάλογοι και οι βιογραφικές παρουσιάσεις. Συχνά προχωρεί μέσα από αποσύρσεις, διορθώσεις και έργα που δεν εντάσσονται εύκολα σε μια συνεκτική αφήγηση.

Στη δημοσιευμένη τεκμηρίωση συναντούμε, μεταξύ άλλων, τις «Άγριες Χήνες» της Κυριακής Ευαγγελούδη, εγκατάσταση που περιλαμβάνει διοικητικά έγγραφα και καθημερινά υλικά, καθώς και το χειροποίητα δεμένο φωτογραφικό βιβλίο I Left a Note at the Backyard της Ανδριάννας Μήλα. Οι υλικές αυτές επιλογές προσφέρουν διαφορετικές αφετηρίες ανάγνωσης: το έγγραφο παραπέμπει στη θεσμική οργάνωση της ζωής, ενώ το βιβλίο εισάγει τη διαδοχή, την αφή και τον προσωπικό χρόνο. Η πολιτική σημασία τους χρειάζεται να αναζητηθεί στον τρόπο με τον οποίο οργανώνουν την εμπειρία του θεατή.

Ο Umberto Eco προσφέρει έναν τρίτο άξονα. Στο Opera aperta εξετάζει μορφές τέχνης που ενεργοποιούν την ερμηνευτική συμμετοχή του αποδέκτη. H ερμηνευτική ευρύτητα συνδέεται με μια οργανωμένη δυνατότητα πολλαπλών αναγνώσεων. Από αυτή την οπτική, το επιμελητικό κείμενο οφείλει να δημιουργεί συνδέσεις, διατηρώντας παράλληλα την ανεξαρτησία των έργων. Αν κάθε αντικείμενο μετατραπεί σε παράδειγμα μιας προδιατυπωμένης θεωρίας, η έκθεση χάνει εκείνο ακριβώς που διεκδικεί: τη δυνατότητα να γεννηθεί κάτι απρόβλεπτο.

Αυτή είναι και η βασική επιφύλαξη απέναντι στη θεωρητική πυκνότητα της πρότασης του Τρίκα. Η ισχυρή ερμηνευτική κατεύθυνση μπορεί να υποβάλει εκ των προτέρων τον τρόπο πρόσληψης. Ο θεατής χρειάζεται χρόνο για να συναντήσει την ιδιομορφία κάθε έργου, ακόμη και όταν αυτή αντιστέκεται στο συνολικό επιμελητικό επιχείρημα. Η κριτική σκέψη παραμένει ζωντανή όταν δέχεται να μεταβληθεί από το αντικείμενό της.

Ο ίδιος ο Τρίκας αναγνωρίζει ότι και η αφήγηση της νεανικής αθωότητας μπορεί να αποτελέσει εμπορεύσιμο επιμελητικό σχήμα. Η αυτοκριτική αυτή δίνει στην πρότασή του το ουσιαστικότερο έρεισμα. Επιτρέπει να προσεγγίσουμε τη νεότητα ως χρόνο διαμόρφωσης, όπου συνυπάρχουν η αβεβαιότητα, η φιλοδοξία και η ανάγκη έκφρασης. Η ελευθερία απαιτεί συνθήκες εργασίας, πρόσβαση και δικαίωμα αλλαγής.

Επιστρέφοντας στον τίτλο, το σφυρί χωρίς αφέντη μπορεί επομένως να διαβαστεί ως αίτημα ευθύνης για τη δημιουργική πράξη. Ο Pasolini φωτίζει την απώλεια της πολιτισμικής διαφοράς, ο Celant την πειθάρχηση της παραγωγής, ο Eco την ενεργή θέση του θεατή. Μέσα σε αυτόν τον διάλογο, το YOUTHS III θέτει ένα απαιτητικό κριτήριο για την τέχνη: να διατηρεί τη δυνατότητα να αλλάζει εκείνον που τη δημιουργεί και εκείνον που τη συναντά. Το χέρι που κρατά το σφυρί χρειάζεται να μπορεί ακόμη να επιλέγει πού θα χτυπήσει.


BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες

Αφήστε μια απάντηση