[Ναζουάν Νταρουίς, Κάθε φορά που πλησιάζω μια καταιγίδα (Μια εποχή στο Λονδίνο), μτφρ. Χρήστος Κούκης & Ρόνι Μπου Σάμπα, εκδόσεις Ειρήνη, 2025]
Του Δημήτρη Κ. Μπαλτά*
Ευρέως γνωστός στον αραβόφωνο κόσμο και μεταφρασμένος σε πολλές γλώσσες του κόσμου, ο Παλαιστίνιος Ναζουάν Νταρουίς συνιστά μια αξιοπρόσεκτη περίπτωση σύγχρονου ποιητή που ξεπερνά τα σύνορα της πατρίδας του και χτίζει γέφυρες, μέσω της ποίησής του, με λαούς και πολιτισμούς άλλων χωρών. Οι εκδόσεις Ειρήνη εξέδωσαν τον Απρίλιο του 2025 σε μια ιδιαίτερα καλαίσθητη και δίγλωσση έκδοση (αραβικά και ελληνικά) την ποιητική συλλογή Κάθε φορά που πλησιάζω μια καταιγίδα, (Μια εποχή στο Λονδίνο). Τη μετάφραση υπογράφουν ο Χρήστος Κούκης και ο Ρόνι Μπου Σάμπα, ενώ την έκδοση κοσμεί λιθογραφία, αριθμημένη και υπογεγραμμένη, από τη σπουδαία εικαστικό και χαράκτρια Εύα Μελά, η οποία έχει επιμεληθεί και το εξώφυλλο της έκδοσης.
Στον πρόλογο των μεταφραστών διαβάζουμε μια διαπίστωση κομβικής σημασίας για την κατανόηση της ποίησης του Νταρουίς: «Ο Ναζουάν είναι ένας παγκόσμιος ποιητής και κάθε φορά που πλησιάζει μια καταιγίδα, η μνήμη του ματώνει». Η ιστορία μπορεί να γράφεται από τους νικητές, όμως το τραγούδι των ηττημένων δεν θα πάψει ποτέ να ακούγεται, έστω και υπόκωφα. Αυτό το τραγούδι φέρει στα χείλη του ο ποιητής· αυτό το τραγούδι μπολιάζει την ποίησή του. Δείχνει με τις λέξεις του πώς είναι να χάνει κανείς, πώς η ήττα ζυμώνει τους ανθρώπους και την προσωπικότητά τους. Μπορεί ο αγώνας του μαρτυρικού λαού της Παλαιστίνης να μη δηλώνεται ξεκάθαρα πουθενά σε αυτή τη συλλογή, που γράφτηκε ανάμεσα στο 2014 και το 2015, οπότε ο ποιητής βρισκόταν στο Λονδίνο, ωστόσο ο αγώνας των λαών, ο αγώνας του ανθρώπου απέναντι αφενός στη λήθη και αφετέρου στην παραίτηση διατρέχει και διαπερνά άλλοτε σαν αεράκι και άλλοτε σαν θύελλα τον πυρήνα των ποιημάτων.
Ας ρέουν λοιπόν οι λέξεις σαν παρηγοριά,
ας ρέουν σαν τον ήλιο σε ένα βαρέλι
Ας ρέουν όπως εμείς,
και ας χαθούν οι λέξεις μαζί μας
σε αυτή την αόρατη υπερχείλιση
(«Φλιτζάνια», σ. 17)
Η ιστορία έρχεται σαν κύμα που μπορεί να καλύψει τον άνθρωπο ή να σκάσει πάνω του. Η αφθονία και η ανεπάρκεια είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Ό,τι κι αν συμβεί με το κύμα, ό,τι κι αν συμβεί με την αφθονία και την ανεπάρκεια είναι το ίδιο. Το κύμα είναι οι άνθρωποι. Όσοι εκπατρίστηκαν, όσοι χάθηκαν, όσοι υπέμειναν, όσοι ακόμα υπομένουν, όσοι ελπίζουν και όσοι έγιναν μνήμη που ποτέ δεν μπορεί να σβήσει. Ο Νταρουίς χρησιμοποιεί τις λέξεις με προσοχή, σαν να πρόκειται για κάτι εύθραυστο, τις τοποθετεί πλάι πλάι, ακούει την ηχώ τους, τις καταγράφει και, έπειτα, σαν βότσαλα τις πετά στη θάλασσα, να ξεκινήσουν τον δικό τους νόστο.
«Δεν χρειάζεται να σκοτώσεις τον δράκο,
το μόνο που έχει σημασία
είναι ότι παλεύεις μαζί του»
(«Αυγή», σ. 29)
Ο Ναζουάν Νταρουίς παλεύει με όπλο τις λέξεις. Είτε κοντά είτε μακριά από τη χώρα του, δεν χάνει ποτέ τη μυρωδιά των ανθρώπων και του χώματος, δεν λησμονεί τις εικόνες και τις γειτονιές. Τις ξαναβρίσκει στα όνειρά του και τις ξαναχάνει στον ξύπνιο του. Αυτή είναι η μοίρα του. Την αποδέχεται αλλά όχι εν λευκώ. Τη χώρα του τη σαρώνει η βροχή του εχθρού, του καπιταλισμού. Εκείνον τον σαρώνει η βροχή που σκεπάζει και διαβρώνει τη μνήμη. Ο αγώνας του είναι να αποτρέψει αυτή τη διάβρωση, να σπάσει την αλυσίδα της πέτρινης μοίρας που δέρνει τον λαό του. Η πατρίδα χάνεται, όλο και μεγαλώνει η απόσταση ανάμεσα σε αυτό που κάποτε ήταν και σε αυτό που είναι σήμερα. Με μένος εκριζώνεται ό,τι ακόμη αντέχει.
Στα μάγουλα και στα μπράτσα του θανάτου
πέρασα τις πιο όμορφες μέρες μου
και τη γη που έχανα κάθε μέρα
την κέρδιζα ξανά το πρωί
Οι άνθρωποι έχουν μια μόνο πατρίδα
αλλά η δικιά μου πολλαπλασιάζεται στην ήττα
ανανεώνεται στην απώλεια
Οι ρίζες της, όπως και οι δικές μου, είναι το νερό
Αν ποτέ σταματήσει, θα μαραθούν
αν ποτέ παύσει, θα σβήσουν
Τρέχουμε μαζί
σ’ ένα ποτάμι από ηλιαχτίδες
ένα ποτάμι χρυσόσκονης
που αναβλύζει από αρχαίες πληγές
και δεν σταματάμε ποτέ
Εξακολουθούμε να προχωράμε
ούτε ποτέ σκεφτήκαμε να πάρουμε μιαν ανάσα
ώστε να ανταμώσουν οι δρόμοι μας
(«Δεν θα σταματήσουμε ποτέ», σ. 47)
Σαν χρέος και σαν όρκος απαράβατος να μη σταματήσει ποτέ να ακούγεται το τραγούδι εκείνων που χάθηκαν και εκείνων που αγωνίζονται να μη χαθούν. Οι λέξεις είναι η αντίσταση απέναντι στη λήθη, απέναντι στην επιδιωκόμενη από τον εχθρό εξαφάνιση. Ακόμα και οι ψίθυροι τραγουδούν για την ελευθερία, που όσο κι αν αργεί, θα φανεί μια μέρα ως αντίδωρο για τον αγώνα και την πίστη των λαών στην κατάκτησή της.
Η απώλεια σε όλες της τις εκφάνσεις, ενίοτε, ραγίζει αυτή τη βεβαιότητα και προκαλεί την απελπισία, ενθαρρύνει τη λιποψυχία, απομακρύνει τις όποιες ελπίδες. Και τότε ο ποιητής διερωτάται:
Κοιτάς τον ουρανό: ένα μυστηριώδες γκρι σύννεφο
Κοιτάς τη γη: ένα επικίνδυνο κομμάτι από ατσάλι
Πόσο καιρό, πόσο ακόμα χωρίς εμάς;
Και λες: πόσο καιρό, πόσο ακόμα χωρίς τα αστέρια;
(«Ένα γκρι μπάλωμα», σ. 69)
Όταν κάθε ρανίδα ευτυχίας εξατμίζεται, όταν κάθε απόπειρα απελευθέρωσης στραγγαλίζεται, τότε η ευαισθησία της γραφής του ποιητή υπερχειλίζει και ακουμπά τρυφερά στον ώμο τον αναγνώστη.
Σε ένα ποίημα διαβάζουμε τους στίχους:
εσύ που πάντα αγκάλιαζες το πεπρωμένο σου στη ζωή
όσο μεγάλη κι αν ήταν η απώλεια,
εσύ που πάντα αντιμετώπιζες τη μοίρα σου
όποια και αν ήταν αυτή
(«Τι απήγγειλε ο Wallace Stevens;», σ. 73)
Άραγε, το πεπρωμένο/μοίρα που επανέρχεται σταθερά στα ποιητικά κείμενα της ανά χείρας συλλογής και σφυρηλατεί τον ψυχοσυναισθηματικό κόσμο του ανθρώπου, την υπαρξιακή του υπόσταση μπορεί να υποστεί ρήξεις; Ο Ναζουάν Νταρουίς δεν καταφεύγει μήτε σε μια συζήτηση θρησκευτική μήτε μεταφυσική. Αναζητεί την απάντηση εδώ, στον χοϊκό κόσμο, μέσα στην ίδια τη ζωή.
Νομίζω πως την απάντηση τη δίνουν, τελικά, οι μηχανισμοί του χρόνου, όπως εκφράζονται με τους παρακάτω στίχους:
Το χώμα αυτό είναι αναμειγμένο με τα λείψανα ξένων
που πολιτογραφήθηκαν από τον θάνατο
Επιστρέφω
γιατί κάποιος πρέπει να επιστρέψει
γιατί οι νεκροί πρέπει να αναστηθούν
(«Σε εκείνο το δωμάτιο», σ. 79)
και
Συνωστισμένα έθνη
βιβλία υψωμένα πάνω σε λόγχες
Οι άνθρωποί μου είναι εκεί έξω
αλλά δεν τολμώ να ανοίξω την πόρτα
(«Βιβλία υψωμένα σε λόγχες», σ. 97)
Ο χρόνος δεν αφήνει περιθώρια. Πρέπει κανείς να πάρει γρήγορες αποφάσεις. Το ποιητικό υποκείμενο είτε μιλώντας σε πρώτο πρόσωπο είτε σε τρίτο αλλά απευθυνόμενο στον εαυτό του, απλώνει τη μοίρα πάνω στο τραπέζι και κουβεντιάζει το μόνο δίλημμα που το απασχολεί: αν σταματήσει τα χνάρια του χρόνου θα χαθούν, η μνήμη θα σβηστεί, το τραγούδι θα σιωπήσει. Αν συνεχίσει πρέπει να βρει τη φωνή να μιλήσει και εξ ονόματος όσων δεν τα κατάφεραν· να επωμιστεί με το βάρος να πει την ιστορία τους, να περισώσει αναμμένο το κερί μέσα στον μανιασμένο αέρα. Να περπατήσει μόνος στη λευκότητα της μοναξιάς, στη λευκότητα του κενού. Να βρει το φως στο σκοτάδι. Η μοίρα λειτουργεί ως θύμηση. Του υπενθυμίζει το καθήκον του και τον γεμίζει με πείσμα, ώστε κάθε φορά που πλησιάζει μια καταιγίδα να θυμάται ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος από το να την διασχίσει. Η πυξίδα του είναι η μνήμη του και η μνήμη τού επιτρέπει να διασώζει το κουράγιο του, για να συνεχίζει.
Το βιβλίο ολοκληρώνεται με την προστακτική απαίτηση του ποιητή από τον εαυτό του αλλά και από τους χειμαζόμενους λαούς του κόσμου.
Και ακούω αυτή τη φωνή να μιλάει
σε γλώσσες που ξέρω
και άλλες που δεν γνωρίζω:
Τρέξε […]
Την ακούς
σε όλες τις γλώσσες των κατοίκων της πόλης,
αυτών που διαφεύγουν από τα παιδικά τους όνειρα
από τα μαρτύρια των αποικιών που έγιναν ψυχρές υπογραφές
σε βιβλία νεκρών συγγραφέων
Αυτοί οι άνθρωποι τρέχουν, αν και έχουν ξεχάσει
από τι τρέχουν να ξεφύγουν,
αυτοί οι άνθρωποι είναι πολύ φοβισμένοι
ακόμη και να διασχίσουν τον δρόμο
Όλοι αυτοί τώρα
μαζεύουν τη δειλία τους
και ουρλιάζουν:
Τρέξε
(«Τρέξε», σ. 147)
Τρέξε, για να προφτάσεις να χαθείς και να επιστρέψεις ξανά. Τρέξε, για να μπορέσεις να πεις τη δική σου ιστορία και την ιστορία των άλλων. Τρέξε, για να συναντήσεις το πεπρωμένο σου και να διασφαλίσεις το δικαίωμά σου στη μνήμη που την καραδοκεί η φθορά της υλικής υπόστασης. Και όσο πιο πολύ ο χρόνος σε αγγίζει, τόσο πιο δυνατά να λες το τραγούδι σου χαλώντας τα σχέδια του θανάτου.
*Ο Δημήτρης Κ. Μπαλτάς είναι φιλόλογος και ποιητής. Πιο πρόσφατο βιβλίο του, η ποιητική συλλογή Στο μετερίζι του χρόνου (Εκδόσεις των Φίλων, 2026).
Newsletter
BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες
