14 Σεπτεμβρίου 2026
Μια παράλληλη ανάγνωση στα Πατημένα τριάντα και τη Νόσο των ουρητηρίων.
[Μιχάλης Νταγγίνης, Πατημένα τριάντα, εκδόσεις Διόπτρα, 2026]
[Μιχάλης Αλμπάτης, Η νόσος των ουρητηρίων, εκδόσεις Νήσος, 2026]
Της Κατερίνας Γιαννακοπούλου*
Σε δύο πρόσφατα έργα της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, τα Πατημένα Τριάντα του Μιχάλη Νταγγίνη και Η Νόσος των ουρητηρίων του Μιχάλη Αλμπάτη αποτυπώνονται κοινές θεματικές γύρω από την γυναικεία σεξουαλικότητα και την αυτοδιάθεση. Τα έργα αυτά έρχονται να προστεθούν σε μια ευρύτερη σύγχρονη τάση της πεζογραφίας, η οποία επαναπροσδιορίζει τη γυναικεία εμπειρία μακριά από παραδοσιακά στερεότυπα. Το πρώτο βιβλίο αποτελεί ένα ρεαλιστικό κοινωνικό μυθιστόρημα για τη γενιά των millennials στην Αθήνα, ενώ το δεύτερο κινείται στον χώρο της αλληγορικής, δυστοπικής σάτιρας και της κοινωνικής αποσύνθεσης. Παρά τη διαφορά στο ύφος, και τα δύο έργα φωτίζουν με τον ίδιο προβληματισμένο τρόπο δύο συγκεκριμένες πτυχές της γυναικείας εμπειρίας: τη χρήση του σεξ ως μέσο συναλλαγής και την αποστροφή που ακολουθεί την ερωτική υπερπροσφορά.
Το ζήτημα της αυτοδιάθεσης προσεγγίζεται μέσα από την απόρριψη των όρων «πορνεία» και «θύμα». Οι δύο συγγραφείς αναδεικνύουν με λεπτή ειρωνεία τα όρια μεταξύ ελευθερίας και ανάγκης. Η μετατροπή του σώματος σε εργαλείο διαπραγμάτευσης βιώνεται συχνά ως πράξη φεμινιστικής αυτοδιάθεσης. Την ίδια στιγμή, όμως, παραμένει στενά συνδεδεμένη με ένα σκληρό σύστημα επιβίωσης, είτε αυτό είναι καπιταλιστικό είτε βιολογικό.
Στο Πατημένα τριάντα, ο χαρακτήρας της Δάφνης υπερασπίζεται τη χρήση της σεξουαλικότητας για την επαγγελματική ανέλιξη. Την παρουσιάζει ως έναν άγραφο εργασιακό κανόνα που δεν οφείλει να σοκάρει. Μέσα από μια έντονη λογομαχία με άλλες γυναίκες, η Δάφνη τονίζει ότι η θυματοποίηση πηγάζει από την εσωτερική ματιά της ίδιας της γυναίκας. Υποστηρίζει μάλιστα ότι η σεξουαλική παραχώρηση για εργασιακό όφελος δεν αποτελεί πράξη πορνείας (σελ. 301). Μια ανάλογη σύγκρουση διαδραματίζεται και στο Η νόσος των ουρητηρίων ανάμεσα στην Αριστέα και τη Λουκία. Η Λουκία υπερασπίζεται με παρόμοιο τρόπο την επιλογή της να προσφέρει σεξουαλικές υπηρεσίες με αντάλλαγμα εξαρτησιογόνες ουσίες. Υποστηρίζει σθεναρά ότι αυτού του είδους οι συναλλαγές δεν συνιστούν εκπόρνευση. Καταλήγει μάλιστα στο συμπέρασμα ότι αυτή η επικριτική άποψη πηγάζει από την πατριαρχική κοινωνία και τις έμφυλες διακρίσεις (σελ. 227). Παράλληλα, το θέμα της απόλυτης αποστροφής που πηγάζει από την υπερκατανάλωση σωμάτων ή τον πειραματισμό θίγεται έντονα και στα δύο έργα. Η απόλυτη απελευθέρωση προβάλλεται να οδηγεί τελικά σε ένα απρόσμενο τέλμα, δημιουργώντας ένα εσωτερικό κενό στη γυναικεία ψυχοσύνθεση.
Στο βιβλίο του Νταγγίνη, η Δάφνη πειραματίζεται σε μια πολυπληθή ερωτική εμπειρία. Η ανασκόπηση αυτής της πράξης την οδηγεί στο συμπέρασμα ότι «το αχανές πεδίο των απεριόριστων σεξουαλικών επιλογών αποδείχτηκε απάτη. Η σεξουαλική λαιμαργία στέρευε κάτω από την τόση ελευθερία…» (σελ. 247), αναδεικνύοντας την ακύρωση του ερωτικού ερεθίσματος. Στο βιβλίο του Αλμπάτη, η Αριστέα ενδίδει στον ομόφυλο έρωτα και παρασέρνεται σε μια ανάλογη συνθήκη. Υπό την επιρροή της συντρόφου της, συνειδητοποιεί το άβολο περιβάλλον στο οποίο κινείται, αντικρίζοντας «πως μέσα σε όλη εκείνη τη σάρκα δεν υπήρχε ίχνος ψυχής» (σελ. 232). Με τον τρόπο αυτό τονίζεται η εσωτερική μοναξιά που βίωσε σε μια πολυπληθή συνεύρεση που στερούνταν συναισθημάτων.
Στο ίδιο βιβλίο, η Άννα, μια κοπέλα που επιδίδεται σε ηλεκτρονική ανταλλαγή ερωτικού υλικού, ενδίδει για μια φορά σε μια φετιχιστική επαφή με έναν άγνωστο. Η εμπειρία αυτή περιγράφεται ως μια περίπτωση όπου η έξαψη αρχίζει να ξεθυμαίνει μετά την πραγματοποίηση της πρωτόγνωρης επαφής, αφήνοντας μια πικρή γεύση στη μνήμη, δεδομένου ότι «η φαντασίωση φτωχαίνει και αμαυρώνεται, μοιραία στην τριβή της με το πραγματικό» (σελ. 381).
Αν και οι χαρακτήρες οδηγήθηκαν στη δοκιμή διαφορετικών πράξεων, η βαθύτερη αιτία συμπίπτει. Η Δάφνη αντιλαμβάνεται ότι η δραπέτευση από τη συντηρητική ζωή της και το απαγορευμένο στοιχείο της απιστίας ήταν αυτό που διέγειρε τη διάθεσή της (σελ. 248). Αντίστοιχα, η Άννα συνειδητοποιεί πως αναζητούσε ακραίες καταστάσεις υποταγής για να ξεφύγει από την καθημερινότητά της (σελ. 307). Η σεξουαλική υπερπροσφορά και η κατάργηση των ορίων τελικά απομυθοποιούνται από τις ίδιες τις ηρωίδες. Αφήνουν πίσω τους έναν βαθύ κόρο και την αίσθηση ότι ορισμένες σεξουαλικές επιλογές, αντί να ενώνουν, απομονώνουν το άτομο ακόμη περισσότερο.
Η παράλληλη ανάγνωση των Πατημένων Τριάντα και της Νόσου των ουρητηρίων αποκαλύπτει μια κοινή ανησυχία της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας για την προέλευση και την κατάληξη της γυναικείας σεξουαλικής ελευθερίας. Ο Νταγγίνης και ο Αλμπάτης, ο καθένας με το δικό του ξεχωριστό ύφος, δείχνουν ότι η σύγχρονη γυναίκα, στην προσπάθειά της να ορίσει τον εαυτό της έξω από παλαιότερα στερεότυπα, έρχεται αντιμέτωπη με νέες, πιο υπόγειες προκλήσεις. Είτε ως εργαλείο ανέλιξης είτε ως μέσο φυγής από την πραγματικότητα, οι ερωτικοί πειραματισμοί στα δύο αυτά έργα ξεκινούν από την επιδίωξη της απόλυτης αυτοδιάθεσης για να καταλήξει στην υπαρξιακή αποστροφή.
*Η Κατερίνα Γιαννακοπούλου σπούδασε Ιταλική Γλώσσα και Φιλολογία στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, και Ισπανική Γλώσσα στο University of Dalarna της Σουηδίας, με μεταπτυχιακές σπουδές στις Λατινογενείς Γλώσσες, τις Βαλτικές Γλώσσες και τη Γλωσσική Εκπαίδευση στο Stockholms University και τις Παιδαγωγικές Επιστήμες στο University of Linköping. Εργάζεται στη Σουηδία ως καθηγήτρια γλωσσών στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Είναι μέλος της Ένωσης Μεσσήνιων Συγγραφέων. Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή Φωτεινά Σκοτάδια (Εκδόσεις Ιωλκός, 2026). Έχει δημοσιεύσει ποιήματα και βιβλιοκριτικές σε λογοτεχνικά περιοδικά, καθώς και ποιήματα στην ισπανική γλώσσα σε περιοδικά της Λατινικής Αμερικής.
Newsletter
BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες
