Ήταν μια παρέα σε μια μικρή ορεινή πόλη. Ήταν Ιούλιος μήνας και η ζέστη ήταν έντονη. Αποφάσισαν τότε να κάνουν τις διακοπές τους για μια εβδομάδα. Πήραν λοιπόν ένα παλιό αμαξάκι, που είχε ένας τους, και ξεκίνησαν. Σαν τη Χαλκιδική δεν έχει.
Φτάσανε λοιπόν σε ένα παραθαλάσσιο χωριό κι αφού ήπιαν τον καφέ τους ψάξανε να βρουν ένα καλό μέρος να στήσουν τη σκηνή τους. Λεφτά για δωμάτιο ή ξενοδοχείο δεν υπήρχαν. Βρήκαν λοιπόν ένα καλό σημείο κάτω από κάτι πεύκα σ΄ένα λοφίσκο και εγκαταστάθηκαν εκεί.
Πήγαν, έκαναν το μπάνιο τους και φάγανε λίγο. Αφού βράδιασε πήγαν στη σκηνή τους και κοιμήθηκαν. Το πρωί, κατά τις εννιά της άλλης μέρας, κοιμόντουσαν ακόμα. Ξαφνικά ακούστηκαν φωνές. Βγήκε τότε ο ένας από τη σκηνή και αντίκρυσε μια κομπανία από τέσσερα άτομα. Ήταν ο Πρόεδρος του χωριού, ο αστυνόμος κι άλλοι δύο.
«Να σηκωθείτε να φύγετε γρήγορα», φώναζε ο πρόεδρος. «Απαγορεύεται το ελεύθερο κάμπινγκ, είστε παράνομοι!». «Για κάτσε, ρε φίλε, τι φωνάζεις;» του είπε το παλικάρι απ΄τη σκηνή. Εγώ χθες το βράδυ έκανα δύο ώρες να ησυχάσω τα πνεύματα στην περιοχή κι εσύ έρχεσαι εδώ και διαταράσσεις την ισορροπία;»
Τον κοίταξαν σαν Κινέζο και για δύο λεπτά ησύχασαν όλοι. «Δεν ξέρω τι λες», είπε ο πρόεδρος, «σε μια ώρα να έχετε φύγει αλλιώς θα αναλάβει η αστυνομία». ‘Εφυγε η κομπανία. Τα παλικάρια έκαναν σύσκεψη να δούνε τι θα κάνουν. Μέτρησαν τα λεφτά τους και αποφάσισαν να μείνουν δύο μέρες σε δωμάτια και να φύγουν. Όπερ και εγένετο. Στην επιστροφή μουρμούριζαν και έλεγαν «κωλοκράτος, μόνο φόρους να πληρώνουμε».
Newsletter
BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες
