Συνέντευξη στην Αλεξία Βλάρα
Η Ελένη Παυλίδου γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Σκύδρα. Ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη και είναι μητέρα τριών παιδιών. Είναι ψυχολόγος με μεταπτυχιακές σπουδές στην Κλινική Ψυχολογία και στη Δημιουργική Γραφή. Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί σε ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά και έχουν συμπεριληφθεί σε ανθολογίες. Έχει βραβευτεί στον πανελλήνιο διαγωνισμό συγγραφής σεναρίου ταινίας μικρού μήκους από την Ένωση Σεναριογράφων Ελλάδος. Η Αλεξία Βλάρα μίλησε μαζί της με αφορμή το «Εγχειρίδιο Ταξινόμησης Ρωγμών», την πρώτη της ποιητική συλλογή που κυκλοφόρησε το 2026 από τις εκδόσεις Οδός Πανός.
Το «Εγχειρίδιο Ταξινόμησης Ρωγμών» δομείται ως ένα ιδιότυπο διαγνωστικό εγχειρίδιο. Τι σας ώθησε να επιλέξετε αυτή τη φόρμα και πώς επηρέασε τον τρόπο που γράψατε τα ποιήματα;

Ήθελα εξαρχής να υπάρχει μια ενιαία θεματική, μια σύλληψη με αρχή, μέση και τέλος, μέσα από την οποία να μπορέσω να συστηθώ επαρκώς ως πρωτοεμφανιζόμενη στον ποιητικό χώρο. Η αλήθεια είναι ότι η συγκεκριμένη φόρμα αποκρυσταλλώθηκε μέσα μου αφού πίστεψα ότι είχα ολοκληρώσει τη συλλογή, είχα κάνει την επιλογή των ποιημάτων, την επιμέλεια και ήμουν έτοιμη να προχωρήσω στην έκδοση με άλλη εντελώς μορφή. Ένιωθα όμως ότι δεν με αντιπροσώπευε ακριβώς, έλειπε ο συνδετικός κρίκος που θα ενώσει τα στοιχεία της ταυτότητάς μου. Η ιδιότυπη δομή του διαγνωστικού εγχειριδίου, μου επέτρεψε να το πετύχω. Μπόρεσα μέσα από αυτή να συνδυάσω τα δυο πεδία δράσης μου, της κλινικής ψυχολογίας και της δημιουργικής γραφής, με έναν τρόπο όμως αναπάντεχο και ανατρεπτικό. Από τη στιγμή που κατέληξα σε αυτήν την ιδέα, όλα τα κομμάτια μπήκαν στη θέση τους και έβγαλαν νόημα. Εκ των υστέρων αφαίρεσα ποιήματα που δεν ταίριαζαν σε αυτή τη σύλληψη, συμπεριέλαβα άλλα, άλλαξα πολλούς τίτλους ποιημάτων για να εξυπηρετήσουν καλύτερα το concept, πρόσθεσα τα σκίτσα από κηλίδες μελάνης που παραπέμπουν σε προβολικό τεστ αλλά στην ουσία είναι παιδικές ζωγραφιές και η συλλογή πήρε τελικά την μορφή που ήθελα.
Πού τελειώνει για εσάς η κλινική παρατήρηση και πού αρχίζει η ποίηση;
Η κλινική παρατήρηση κινείται μέσα στα αυστηρά όρια που της θέτει η λογική. Τελειώνει εκεί που ξεκινά η φαντασία, εκεί που υπεισέρχεται η λοξή ματιά απέναντι στα πράγματα, η είσοδος του συναισθήματος, εκεί δηλαδή που αρχίζει ο κόσμος της ποίησης. Αν με ρωτάτε αν έχω μέσα μου οριοθετημένα σαφή σύνορα, θα σας έλεγα μάλλον όχι. Γι’ αυτό και μέσα στα ποιήματα μου υποβόσκει συχνά ένας υφέρπων ορθολογισμός, μια τραχύτητα μέσα στην ευαισθησία και μια ευαισθησία μέσα στην τραχύτητα. Αυτό που επιδιώκω είναι ο συγκερασμός, το νόημα να γίνει αίσθηση.
Τι σημαίνει για εσάς η ρωγμή ως έννοια: τραύμα, πέρασμα, ή δυνατότητα μεταμόρφωσης;
Θα μπορούσε να είναι και τα τρία ή τίποτα από αυτά. Αν μάλιστα ακολουθούσαν και αυτή τη γραμμική σειρά που τα παραθέσατε, θα ήταν το ιδανικό για την εξέλιξη του καθενός. «Το χάσμα π’ άνοιξε ο σεισμός κι ευθύς εγιόμισ’ άνθη». Δεν συμβαίνει πάντα όμως. Πολλές φορές το τραύμα καθηλώνει και καθορίζει. Σε πολλούς οι ρωγμές δεν λειτουργούν ως δίοδοι φωτός αλλά πύλες της αβύσσου. Άλλοτε πάλι μπορούν για κάποιους να γίνουν εφαλτήριο αλλαγών και σε άλλους ίσα να ξύσουν την επιφάνεια. Το πως θα διαχειριστεί ο καθένας τις ρωγμές του, είναι θέμα πολυπαραγοντικό και πρωτίστως, πιστεύω, ιδιοσυγκρασιακό. Έχει να κάνει με τον καθαρά προσωπικό τρόπο που φιλτράρει τη εμπειρία ο καθένας μας.
Η ιδιότητά σας ως κλινικής ψυχολόγου φαίνεται να συνομιλεί έντονα με το ποιητικό σας έργο. Πόσο σας βοηθά ή σας δυσκολεύει, αυτή η διπλή ταυτότητα στη δημιουργία;
Η εμπειρία μου να παρατηρώ με μια γνωστική απόσταση τα ανθρώπινα, θεωρώ ότι δρα βοηθητικά στο να γράψω γι’ αυτά, όπως ενισχυτικά λειτουργεί και η εκπαίδευση στην ενσυναίσθηση, στο να μπορείς να μπαίνεις στη θέση του άλλου και να βλέπεις τον κόσμο μέσα από τα δικά του μάτια. Από την άλλη, τα ενδιαφέροντα μου δεν ήταν ποτέ μονοδιάστατα κι αυτό μου έδωσε την απαιτούμενη ισορροπία να μπορώ ν’ αντιλαμβάνομαι και να αποφεύγω τον κίνδυνο της μονομέρειας που δρα ανασταλτικά στη δημιουργία.
Τι σημαίνει για εσάς η πράξη της «ταξινόμησης» όταν αφορά την ανθρώπινη ευαλωτότητα;
Δεν είναι τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από ένα τυπικό πλαίσιο που εξυπηρετεί το δεδομένο της κοινής μας μοίρας και κάνει εμφανή την παγκόσμια οικονομία του πόνου όπου όλοι θα καταβάλλουμε το μερίδιό μας. Είναι κατά κάποιο τρόπο προσχηματική, ακριβώς για να δείξει ότι όσα κουτάκια κι αν τικάρουμε, όσα συμπτώματα κι αν διαγνώσουμε, όσες κατατάξεις κι αν εφεύρουμε, η αλήθεια που μας αφορά είναι μία και κοινή. Όλοι είμαστε το ίδιο ευάλωτοι στην απόρριψη, την απώλεια, τον θάνατο και όλοι το ίδιο αποζητάμε, αποδοχή και αγάπη.
Στα ποιήματα σας η γλώσσα της διάγνωσης μετατρέπεται σε ποιητικό εργαλείο. Πιστεύετε ότι η επιστημονική ορολογία μπορεί να γίνει φορέας συγκίνησης και όχι μόνο ανάλυσης;
Στην ποίηση ναι, μπορεί να γίνει και οφείλει να το κάνει. Αυτή είναι και η πεμπτουσία της κατ’ εμέ, η διαφορετική, ατίθαση χρήση της γλώσσας, η φαντασιακή διείσδυση του λόγου στην πραγματικότητα. Στη συλλογή μου προσπάθησα να το πετύχω μέσα από τη γλώσσα της διάγνωσης και την επιστημονική ορολογία, το ίδιο όμως θα επιζητούσα να καταφέρω ακόμα κι αν είχα επιλέξει να μην κινηθώ στο πεδίο της ψυχολογίας αλλά σε κάποιο άλλο πλαίσιο που θα με ενέπνεε. Οποιοδήποτε ερέθισμα μπορεί να λειτουργήσει ως ποιητικό εργαλείο για να ξεκλειδώσεις όσα έχεις μέσα σου και να τα αποτυπώσεις στο χαρτί. Το κατά πόσο θα’ ναι όμως επιτυχής η αποτύπωση αυτή δεν έχει να κάνει με το ερέθισμα που επέλεξες αλλά με τον τρόπο που τελικά το αξιοποίησες.
Το έργο μοιάζει να κινείται διαρκώς ανάμεσα στην τάξη και στο χάος. Πώς βιώνετε εσείς αυτή την ένταση μέσα στη διαδικασία της γραφής;
Γράφοντας τακτοποιώ καταρχάς το χάος μέσα μου. Ακόμα κι όταν δεν γράφω βιωματικά, τα δικά μου σκοτάδια τακτοποιώ πρωτίστως, τις δικές μου ρωγμές ταξινομώ και τα δικά μου κουτάκια ανοίγω να μπει φως εκθέτοντάς τα. Τη δική μου ασημαντότητα αλλά και μοναδικότητά συνειδητοποιώ. Οπότε αυτή η ένταση που αναφέρατε μεταξύ τάξης και χάους μέσα από τη διαδικασία της γραφής δρα θεραπευτικά. Αν με τον ίδιο τρόπο λειτουργήσει και για τον αναγνώστη, τότε θα είναι μια ευτυχής συγκυρία.
Αν το «Εγχειρίδιο Ταξινόμησης Ρωγμών» επιχειρεί να καταγράψει ό,τι μας ραγίζει αλλά και ό,τι μας κρατά όρθιους, τι θα λέγατε ότι τελικά υπερισχύει στο τέλος της ανάγνωσης: η ρωγμή ή η αντοχή;
Το μοίρασμα, που κάνει το βάρος ελαφρύτερο και την ψυχή να αντέχει.
Newsletter
BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες
