[Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου 2026 – Πειραιώς 260, 6-7 Ιουνίου]
photo credit: Άκης Χρήστου
Στη φωτογραφία ο ηθοποιός Μιχάλης Βαλάσογλου
Της Τζίνας Καρβουνάκη
Ο Γιάννης Μαυριτσάκης κατέχει μια ξεχωριστή θέση στο τοπίο της σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας. Ως ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της νεότερης θεατρικής γραφής, τα έργα του έχουν ξεπεράσει τα εθνικά σύνορα μέσα από μεταφράσεις και παρουσιάσεις στο εξωτερικό. Tο GRAUTS επίσης, μεταφρασμένο στα Αγγλικά από την Χριστίνα Πολυχρονίου, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Νεφέλη, επιβεβαιώνοντας τη διεθνή πορεία μιας δραματουργίας που συνομιλεί με τις μεγάλες αγωνίες της εποχής μας.
Από τα πρώτα του έργα μέχρι σήμερα, η γραφή του Μαυριτσάκη κινείται σταθερά σε περιοχές μετάβασης και κρίσης. Εκεί όπου η ανθρώπινη ταυτότητα αποσταθεροποιείται, όπου οι βεβαιότητες καταρρέουν και όπου η γλώσσα, αντί να λειτουργεί ως ασφαλές εργαλείο επικοινωνίας, αποκαλύπτει τα όριά της.
Το θέατρό του δεν ενδιαφέρεται για την αναπαράσταση της πραγματικότητας, αλλά για τις στιγμές όπου η πραγματικότητα αρχίζει να εμφανίζει τις ρωγμές της. Κάτω από την επιφάνεια του καθημερινού αναδύονται φόβοι, επιθυμίες, μηχανισμοί εξουσίας και υπόγειες αγωνίες μιας ολόκληρης εποχής. Η σκηνή γίνεται έτσι ένας χώρος διερεύνησης και όχι βεβαιότητας· ένας χώρος όπου τα ερωτήματα παραμένουν ανοιχτά.
Στο GRAUTS, όπου ο ίδιος υπογράφει τόσο το κείμενο όσο και τη σκηνοθεσία, αυτή η αναζήτηση αποκτά μια ιδιαίτερα επίκαιρη μορφή. Η παράσταση οργανώνεται γύρω από τον κόσμο ενός τηλεοπτικού πλατό, ενός χώρου όπου η πραγματικότητα δεν παρουσιάζεται απλώς, αλλά κατασκευάζεται, σκηνοθετείται και τελικά αμφισβητείται.
Η τηλεοπτική εικόνα γίνεται ένας μηχανισμός παραγωγής αλήθειας, ένας καθρέφτης μιας κοινωνίας που δυσκολεύεται πλέον να ξεχωρίσει το γεγονός από την αφήγηση.
Η επιλογή της εποχής της εκτόξευσης των διαστημικών αποστολών Voyager προσδίδει στο έργο μια βαθύτερη συμβολική διάσταση. Τη στιγμή που η ανθρωπότητα επιχειρεί να στείλει ένα μήνυμα της ύπαρξής της πέρα από τα όρια της Γης, προς έναν άγνωστο αποδέκτη στο σύμπαν, αποκαλύπτεται η παράδοξη αδυναμία της να επικοινωνήσει ουσιαστικά με τον ίδιο της τον εαυτό.
Η τεχνολογική αισιοδοξία και η πίστη στην πρόοδο συνυπάρχουν με την ανάγκη για νέους μύθους, για εναλλακτικές αλήθειες, για συστήματα πίστης που υπόσχονται νόημα μέσα σε έναν κόσμο αποπροσανατολισμένο. Ο Μαυριτσάκης δεν παρουσιάζει αυτή τη σύγκρουση ως μια απλή αντιπαράθεση ανάμεσα στη λογική και τον παραλογισμό. Αντίθετα, τον ενδιαφέρει μια πολύ πιο σύνθετη περιοχή. Η ανθρώπινη ανάγκη να πιστέψει κανείς κάπου όταν οι παλιές σταθερές έχουν χαθεί.
Η αντιπαράθεση ανάμεσα στον Παρουσιαστή του Μιχάλη Βαλάσογλου και την Αρχηγό της σέχτας την Κλεοπάτρα Μάρκου ξεπερνά τα όρια μιας τηλεοπτικής συνέντευξης. Μετατρέπεται σε μια σύγκρουση δύο διαφορετικών τρόπων πρόσληψης της πραγματικότητας.
Από τη μία πλευρά βρίσκονται ο ορθολογισμός, η πληροφορία, η ανάγκη ταξινόμησης και ελέγχου και από την άλλη η πίστη, το μυστήριο, η υπόσχεση μιας διαφορετικής μορφής αλήθειας.
Όμως καμία πλευρά δεν παραμένει αθώα. Ο κόσμος της λογικής μπορεί επίσης να παράγει μηχανισμούς εξουσίας, όπως και ο κόσμος της πίστης μπορεί να οδηγήσει στη χειραγώγηση. Το κεντρικό ερώτημα του έργου δεν είναι τελικά ποιος κατέχει την αλήθεια, αλλά ποιος έχει τη δύναμη να την αφηγείται.
Εδώ το GRAUTS συνομιλεί αναπόφευκτα με τη σκέψη του Guy Debord και την Κοινωνία του θεάματος. Η εικόνα δεν είναι πλέον απλώς μια αναπαράσταση του κόσμου. Γίνεται ο ίδιος ο τρόπος μέσα από τον οποίο ο κόσμος βιώνεται.
Ο ίδιος ο τίτλος συμπυκνώνει αυτή την κρίση του νοήματος. GRAUTS. Ένας ήχος περισσότερο παρά μια λέξη. Μια φωνητική ρωγμή, ένα θραύσμα επικοινωνίας, κάτι που μοιάζει να προηγείται της οργανωμένης γλώσσας ή να έρχεται μετά την κατάρρευσή της.
Σε έναν κόσμο κορεσμένο από λόγια, εικόνες και πληροφορίες, ίσως η πιο ειλικρινής έκφραση να είναι ένας άναρθρος ήχος.
Καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη σκηνική εμπειρία αποκτά η μουσική. Η παρουσία του Blaine L. Reininger, ιδρυτικού μέλους των θρυλικών Tuxedomoon, δεν λειτουργεί ως απλή μουσική συνοδεία. Ο Τραγουδιστής γίνεται μια ενδιάμεση μορφή: ένας παρατηρητής, ένας μάρτυρας, μια φωνή ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν, ανάμεσα στη μνήμη και στην παραμόρφωση.
Ιδιαίτερη δραματουργική σημασία αποκτά η συνομιλία της παράστασης με τον κύκλο «Τραγούδια για τα Νεκρά Παιδιά» (Kindertotenlieder) του Gustav Mahler, έργο βασισμένο στην ποιητική συλλογή του Friedrich Rückert. Γραμμένα στη σκιά της ανείπωτης απώλειας, τα τραγούδια αυτά δεν αποτυπώνουν τον θρήνο ως κραυγή ή ως εξωτερίκευση του πόνου, αλλά ως μια εσωτερική διαδρομή μέσα στη μνήμη, την απουσία και την αδύνατη συμφιλίωση με το ανεπανόρθωτο.
Στο σύμπαν του GRAUTS, αυτή η μουσική μνήμη μεταφέρεται σε έναν διαφορετικό ηχητικό κόσμο. Η ευθραυστότητα του Mahler συναντά, μέσα από την πανκ μεταγραφή του Τηλέμαχου Μούσα, την αγωνία ενός σύγχρονου ανθρώπου που εξακολουθεί να αναμετριέται με την απώλεια, όχι μόνο ως προσωπικό βίωμα, αλλά και ως συλλογική εμπειρία ενός πολιτισμού που βλέπει τις βεβαιότητές του να καταρρέουν.
Η μετάβαση από τη μελαγχολική εσωτερικότητα του Mahler στην ωμή ενέργεια της πανκ αισθητικής δεν αποτελεί αποδόμηση του πρωτοτύπου, αλλά έναν τρόπο επανενεργοποίησής του.
Οι στίχοι του Rückert μπορούν να διαβαστούν όχι μόνο ως εικόνα προσωπικού πένθους, αλλά και ως μεταφορά ενός πολιτισμού που θρηνεί τις δικές του απώλειες. Την αθωότητα, τη βεβαιότητα, την πίστη στην αδιάκοπη πρόοδο.
Ο ηχητικός σχεδιασμός του Τηλέμαχου Μούσα και η κίνηση της Σοφίας Μαυραγάνη δημιουργούν ένα σύμπαν όπου το σώμα και ο ήχος συνεχίζουν να μιλούν όταν η γλώσσα αποτυγχάνει.
Τα σκηνικά της Κατερίνας Βλάχμπεη, τα κοστούμια της Εύας Γουλάκου και οι φωτισμοί της Ελίζας Αλεξανδροπούλου υπηρετούν την εικόνα ενός κόσμου ανάμεσα στην αποκάλυψη και την κατασκευή.
Οι μορφές που συνήθως παραμένουν αθέατες, η Καμεραγούμαν της Μαρίας Βούρου, η Μακιγιέζ της Ελένης Καστανιώτη, ο Φλορ μάνατζερ του Σταύρου Κώττα, αποκτούν τη δική τους παρουσία. Όσοι παράγουν την εικόνα γίνονται και οι ίδιοι μέρος της αφήγησης.
Το GRAUTS είναι τελικά ένα έργο για την εποχή της υπερβολικής επικοινωνίας και της βαθιάς μοναξιάς. Για έναν κόσμο που κατάφερε να στείλει τη φωνή του στο διάστημα, αλλά συνεχίζει να αναζητά τρόπους να ακούσει τον ίδιο τον άνθρωπο.
Ο παράξενος ήχος του τίτλου μένει ως τελευταίο ίχνος αντίστασης. Εκεί όπου οι λέξεις έχουν φθαρεί και οι εικόνες έχουν πολλαπλασιαστεί μέχρι εξάντλησης, κάτι εξακολουθεί να επιμένει.
Ένα GRAUTS.
Ένας θόρυβος μέσα στη σιωπή.
Όχι η κατάρρευση του νοήματος, αλλά η απόδειξη της επιμονής του. Ακόμη και μέσα στις ρωγμές ενός κόσμου που αλλάζει, κάτι βαθιά ανθρώπινο εξακολουθεί να αντιστέκεται και να ζητά χώρο.
Newsletter
BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες
