Αυτοβιογραφία μιας πόλης: “Αλεξάνδρεια” της Ζέτης Φίτσιου

Η «Αλεξάνδρεια» της Ζέτης Φίτσιου στο Θέατρο Παλλάς, σε σκηνοθεσία του Φωκά Ευαγγελινού.

Του Λέανδρου Πολενάκη

Δεν μου δόθηκε ποτέ η χάρη να επισκεφθώ την αληθινή Αλεξάνδρεια. Ωστόσο, τα νεανικά μου καλοκαίρια τα έζησα όλα στην αλεξανδρινή παροικία του νησιού μου -η οποία δεν υπάρχει πια- ανάμεσα σε παρεπιδημούντες αλεξανδρινούς συγγενείς και φίλους, που η αύρα τους εξακολουθεί να ζει για όποιον, έστω μια φορά, την εισέπραξε.

Αυτά ως ελάχιστος πρόλογος στο έργο της Ζέτης Φίτσιου, σε δραματουργική επεξεργασία του Γιάννη Παναγόπουλου, που παρακολουθήσαμε στο θέατρο «Παλλάς», σε μια ικανότατη συνθετική σκηνοθεσία του Φωκά Ευαγγελινού. Στην ουσία, μια αυτοβιογραφία της αιώνιας μυθικής πόλης και συγχρόνως η αντανάκλαση του μύθου της σε διαδοχικές κινούμενες κινηματογραφικές εικόνες, σε ένα δημιουργικό, ποιητικό μοντάζ, μέσα στο κοίλο κάτοπτρο της σύγχρονης, αεικίνητης πραγματικότητας. Μια ρέουσα αφήγηση, ζώσα, χωρίς τη στατικότητα των νεκρών συμβόλων. Ένα «Θέατρο της Ιστορίας» με τα όλα του!

Παρότι πολύ νέα η συγγραφέας Ζέτη Φίτσιου, «το έχει», και κατορθώνει, αυτήν την ιστορία της, πυκνοφυτεμένη με έρωτες, μίση, πάθη, προδοσίες, δολοπλοκίες των ισχυρών αλλά και άδολη αγάπη αγνή, να την τοποθετήσει στρατηγικά στη μόνη πόλη όπου θα μπορούσε να έχει πράγματι συμβεί: στην απέθαντη Αλεξάνδρεια των Ελλήνων, του Καβάφη και του Τσίρκα. Με τη λεπτή ειρωνεία του ενός να υπονομεύει τους «τα φαιά φορούντας, περί ηθικής λαλούντας», και με την ακράτητη ορμή του άλλου να γκρεμίζει τα κούφια είδωλά τους. Επάνω σε αυτούς τους δύο κεντρικούς πυλώνες της σύγχρονης ιστορίας μας, χτίζει το πολυδύναμο έργο της η Ζέτη Φίτσιου. 

Έχουμε επιστρέψει από τη δεκαετία του ’60 που ξεκινά η θεατρική δράση, στη δεκαετία του ’30, και παρακολουθούμε τα έργα και τις ημέρες δύο οικογενειών σε αντίπαλες κοινωνικές τάξεις, μέσα στο «μετάξινο» αλεξανδρινό κουκούλι. Πρόκειται για την οικογένεια του πλούσιου βαμβακέμπορα Γεώργιου Σαργίνη, πατέρα του Αλέξανδρου και της Αριέττας. Και την οικογένεια του μη προνομιούχου χειροτέχνη Δημητρού, πατέρα της Άννας και των δυο άλλων κοριτσιών. Γύρω από αυτόν τον δίδυμο άξονα δράσης κινείται ένας ολόκληρος εσμός προσώπων, ποικίλων κοινωνικών διαστρωματώσεων και φυλετικών προσμίξεων, που συνθέτει τον ιδεολογικά πολύχρωμο καμβά της αλεξανδρινής πανσπερμίας. Είναι η μαντάμ Μποτόμ, Γαλλίδα μοδίστρα της καλής κοινωνίας, και ο καραγκιοζικός της φίλος, Έλλην τυχοδιώκτης Κουμπούρας. Ακόμη, ο ασύδοτος διεθνής τραπεζίτης Φελίξ ντε Μενάς με την σύζυγο Ροζέτ και τον γιο του, Ζαν. Επίσης, ο απαραίτητος Γάλλος μποέμ καλλιτέχνης Αιμίλιος Τρεμπόν, ο Αιγύπτιος εθνικιστής ιδιοκτήτης εφημερίδας Φέρερ Νιμρ, και ο Βρετανός υψηλόβαθμος αξιωματούχος της Ιντέλλιτζενς Γκάρι Τσάπμαν, που θα διαδραματίσουν κεντρικότατο ρόλο στην εξέλιξη της πλοκής. Τέλος, ο Αμερικανός επιτετραμμένος στα ομολογιακά δικαστήρια της Αιγύπτου, Τζάσπερ Μπράιτον. Απαρίθμησα τα βασικά πρόσωπα του έργου. 

Όπως αναμενόταν, πλέκεται το εξ αρχής καταδικασμένο ειδύλλιο του πλούσιου αλλά φωτισμένου Αλέξανδρου με την φτωχή αλλά χαρισματική καλλίφωνη Άννα. Δεν θα αποκαλύψω περισσότερα από την πλοκή. Θα περιοριστώ να πω ότι το έργο αρχίζει ανάποδα, από το τέλος του, τη δεκαετία του ’60, ως αφήγηση της Άννας, διάσημης τραγουδίστριας πια, και εκτυλίσσεται αντίστροφα ως πίσω στη δεκαετία του ’30. Κάποτε μάλιστα συμβαίνει να παρακολουθούμε δύο Άννες ταυτόχρονα στη σκηνή, την νεαρή της δεκαετίας του ’30 και την ώριμη της δεκαετίας του ’60, να μας ιστορούν τα πάθη τους. Και όταν το ερωτικό στοιχείο διαπλέκεται στενά με το πολιτικό, η μεγάλη Ιστορία -«ο πόλεμος ψυχαμοιβός» κατά τον Γιώργο Σεφέρη και κατά τον Αισχύλο πριν από αυτόν- ορθώνει τείχη μπροστά στα όνειρα των μικρών ανθρώπων. Ο πόλεμος που καταγγέλλει στο έργο της η Ζέτη Φίτσιου δεν είναι διόλου αφηρημένος και ανώνυμος, αντίθετα οι αυτουργοί του κατονομάζονται ρητά και δεν είναι άλλοι από τις ιμπεριαλιστικές μεγάλες δυνάμεις. Συγκεκριμένα στην περίπτωσή μας είναι η διπρόσωπη Βρετανία, που για δικούς της δόλιους, ιδιοτελείς σκοπούς εξαπάτησε τον γηγενή λαό της Παλαιστίνης με ψεύτικες υποσχέσεις, τον ξερίζωσε δια της βίας από τη γη του και «φύτεψε» στον πατρογονικό του τόπο έναν ξένο πληθυσμό, με αποτέλεσμα το σημερινό παγκόσμιο χάος.

Εκτός από την πολιτική της ευαισθησία και εγρήγορση χωρίς καμία παρέκκλιση, η παράσταση που έστησε ο Φωκάς Ευαγγελινός διέθετε ακόμη μια εντέλεια αισθητική και, ιδίως, σε μια εποχή κυριαρχίας απρόσωπων μηχανιστικών τεράτων και ψυχρών αλγόριθμων, την ανθρώπινη συναισθηματική ευφυία και τάξη. Μια σκηνοθεσία ενσυνείδητα σύγχρονη, επίκαιρη και συγχρόνως μοντέρνα, ενός κριτικού ρεαλισμού, ένας συνδυασμός που δύσκολα επιτυγχάνεται. Και μια πολύ μεγάλη παραγωγή με πλούσια, εντυπωσιακά σκηνικά του Μανόλη Παντελιδάκη που δεν πνίγουν τον λόγο και με πολύ όμορφα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη που δεν θολώνουν την όψη. Με video art του Παντελή Μάκκα που δεν καταργούν το χειροποίητο και με φωτισμούς του Γιώργου Τέλλου και της Στέλλας Κάλτσου που δεν εκβιάζουν το φως. Η μουσική της Ευανθίας Ρεμπούτσικα μια απόλαυση και όχι μόνο αισθητική, στην πρέπουσα διδασκαλία του Πάνου Δήμα. Μια ενδιαφέρουσα γλυπτική σύνθεση ο πεσμένος γίγας του Φρέντυ Γκίζα. 

Οι εξαιρετικά διδαγμένοι ταλαντούχοι ηθοποιοί δίνουν το άπαν τους, σε μια ομαδική παράσταση με διακριτές τις επί μέρους προσφορές. Σημειώνω την εξαιρετική Άννα Μάσχα ως Άννα της δεκαετίας ’60 και την σπουδαία Εριέττα Μανούρη ως Άννα της δεκαετίας ’30. Ο Ιωάννης Παπαζήσης «τυπώνει» με ακρίβεια την αλαζονεία και υπεροψία του ισχυρού της ημέρας Γκάρυ Τσάπμαν. Ο Αλκιβιάδης Μαγγόνας δίνει μια πλήρη διπλή εικόνα του Αλέξανδρου στον έρωτα και στην συντριβή του. 

Η Χριστίνα Αλεξανιάν ενσαρκώνει μια εικόνα γλαφυρή της αυταρχικής Καλλιόπης Σαργίνη. Ο Γιάννης Μανιός, ως σύζυγός της και βαμβακοβιομήχανος Σαργίνης, πείθει για τα συζυγικά και βιομηχανικά του πάθη. Η κόρη τους Αριέτα, περιζήτητη για την προίκα της, που τελικά γλιτώνει από τον ασφυκτικό οικογενειακό κλοιό, δίνεται ωραία από την Φωτεινή Παπαθεοδώρου.  Ο τύπος της Μαντάμ Μποτόμ δίνεται εύστοχα από την Ελένη Καρακάση ως πληθωριστικός, και ο τύπος του συζύγου της Αιμίλιου Τρεμπόν, ερμηνεύεται εύλογα από τον Αλέξανδρο Σιάτρα ως υπομονετικός.  

Ο Δημήτρης Δεγαΐτης είναι ο τέλειος Δημητρός, Ρωμηός αγαθοπόνηρος πολυτεχνίτης και η Αλίνα Κοτσοβούλου, η γραφική και κάποτε γκρινιάρα συμβία του, Ελένη, που ανατρέφουν κατ’ εικόνα και ομοίωση -πλην της «δύσκολης» Άννας- τις δυο «φρόνιμες» θυγατέρες τους, Φώφη και Νότα, σχεδιασμένες προσεκτικά από τις καλές, Ειρήνη Βαλατσού και Δανάη Πολίτη.  Το ζεύγος Ντε Μενάς δίνεται αιχμηρά και με δόσεις γαλλικού χιούμορ από τους Δημήτρη Μαχαίρα και Λήδα Ματσάγγου. Τον υιό Ζαν ντε Μενάς αποδίδει έκτυπα ο Νίκος Παλιούρας.

Ο Γιώργος Ψυχογυιός σε έναν μικρό αλλά καταλυτικό ρόλο δίνει πειστικότατα το πορτραίτο του αμφίθυμου Αμερικανού Δικαστή Τζέικομπ Μπράιτον. Ο Γιάννης Στόλλας πειστικός ως Αιγύπτιος εθνικιστής Φερέρ Νίμρ. Ο Χρήστος Νικολάου στον ρόλο του δημοσιογράφου Πέτρου, δημιουργικά αινιγματικός.  Μετέχουν ακόμη: ο Νίκος Φραντζέσκος, η Άνια Λεμπεντένκο, η Μάγια Βασιλάκη, η Βασιλική Σουρρή, η Ηλιάνα Ιωαννίδου, σε πολλούς ρόλους.

Εξαιρετικά τα τραγούδια της παράστασης, σε μουσική της Ευανθίας Ρεμπούτσικα και στίχους του Άρη Δαβαράκη.

BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες

Απάντηση