31 Οκτωβρίου 2026
Της Τζίνας Καρβουνάκη
Στο βιβλίο Ο Γυάλινος κήπος της Tatiana Ţîbuleac έφτασα χάριν μιας θεατρικής παράστασης. Την παράσταση του Εθνικού Θεάτρου Mihai Eminescu της Μολδαβίας, σε σκηνοθεσία Petru Hadârcă και δραματοποίηση της Mariana Onceanu, η οποία παρουσιάστηκε τη Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2026 στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Ακολούθησε η ανάγνωση του μυθιστορήματος, από ανάγκη να επιστρέψω στην πηγή εκείνης της ιστορίας και να ακούσω τη φωνή της συγγραφέως μέσα από τις σελίδες του βιβλίου. Η διαδρομή από τη σκηνή του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά στο βιβλίο έδωσε στη συνάντησή μου αυτή μια ιδιαίτερη αφετηρία: γνώριζα ήδη τον κόσμο του, αλλά έπρεπε τώρα να ανακαλύψω τον τρόπο με τον οποίο αυτός γεννήθηκε μέσα από την πάλη των γλωσσών.
Το μυθιστόρημα, που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Βακχικόν, σε μετάφραση της Άντζελας Μπράτσου, οργανώνεται γύρω από τη φωνή της Λαστότσικα. Ενήλικη πλέον, γιατρός στο Βουκουρέστι, ανακαλεί την παιδική και εφηβική της ζωή στο Κισινάου. Απευθύνεται στους απόντες γονείς της, επιχειρώντας να δώσει μορφή σε μια εγκατάλειψη που εξακολουθεί να καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τον εαυτό της και τους άλλους. Η αφήγηση αποκτά έτσι τον χαρακτήρα μιας μακράς, επίμονης συνομιλίας με την απουσία.
Η Ταμάρα Πάβλοβνα, η Ρωσίδα που την παίρνει από το ορφανοτροφείο, της προσφέρει ένα σπίτι και ταυτόχρονα την εντάσσει σε έναν κόσμο εργασίας και αυστηρής πειθαρχίας. Η συλλογή και το πλύσιμο άδειων μπουκαλιών γίνονται η καθημερινότητα του παιδιού. Η επιβίωση έχει βάρος, μυρωδιά, κρύο, καταπόνηση. Μετριέται σε καπίκια (υποδιαίρεση του ρωσικού ρουβλίου) και σε επαναλαμβανόμενες κινήσεις, σε μικρές ανταμοιβές και σε τιμωρίες που το σώμα μαθαίνει να περιμένει πριν ακόμη τις κατανοήσει.
Η σχέση των δύο αποτελεί έναν από τους πιο σύνθετους πυρήνες του βιβλίου. Η Λαστότσικα αναγνωρίζει στην Ταμάρα τη μόνη μητέρα που γνώρισε, ενώ διακρίνει καθαρά τη σκληρότητα και τη σκοπιμότητα της φροντίδας της. Η ευγνωμοσύνη συνυπάρχει με την οργή, η ανάγκη για αγάπη με την επίγνωση της εκμετάλλευσης. Η Ţîbuleac επιμένει σε αυτή τη συναισθηματική δυσκολία, αφήνοντας την ηρωίδα της να θυμάται, να κατηγορεί και να αγαπά το ίδιο πρόσωπο. Εκεί βρίσκεται και η δύναμη της γραφής της. Στην αντοχή της απέναντι στις αντιφάσεις της ανθρώπινης σχέσης.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η χρήση της γλώσσας. Τα ρωσικά μαθαίνονται μέσα από την επιβολή, αλλά και μέσα από τη γοητεία των νέων ήχων, των πραγμάτων που αποκτούν όνομα, του κόσμου που ξαφνικά γίνεται προσβάσιμος. Η εκμάθηση συνδέεται με την κοινωνική προοπτική αλλά και με την ταπείνωση. Αργότερα, η σχέση με τα ρουμανικά ανοίγει ένα άλλο πεδίο αναζήτησης, εξίσου επώδυνο. Η Λαστότσικα μετακινείται ανάμεσα σε γλώσσες κουβαλώντας μέσα τους τις συνθήκες με τις οποίες τις απέκτησε.
Το ερώτημα της ταυτότητας αποκτά εδώ την πιο συγκεκριμένη του μορφή. Ποια γλώσσα μπορεί να χωρέσει τη μνήμη ενός παιδιού; Πώς αναγνωρίζει κανείς ως δικές του λέξεις που έμαθε κάτω από τον φόβο; Η γλωσσική εμπειρία της ηρωίδας συνδέεται με την ιστορία της Μολδαβίας, με τις ιεραρχίες της σοβιετικής περιόδου και με τις μεταβολές που ακολουθούν. Η ιστορία περνά μέσα από το σχολείο, τις καθημερινές συναλλαγές, τις φιλίες, τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αποδέχονται ή αποκλείουν ο ένας τον άλλον.
Η αυλή της πολυκατοικίας γίνεται ένας μικρός κοινωνικός κόσμος. Οι κάτοικοί της, με τις απώλειες, τις ιδιορρυθμίες και τις επιθυμίες τους, σχηματίζουν το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώνει η Λαστότσικα. Υπάρχουν στιγμές τρυφερότητας και συμμετοχής, μικρά δώρα, χειρονομίες που επιτρέπουν στο παιδί να αισθανθεί ότι έχει θέση ανάμεσα στους ανθρώπους. Υπάρχει όμως και η βία που κυκλοφορεί ως καθημερινή συνήθεια. Η συγγραφέας διατηρεί αυτή τη συνύπαρξη, δίνοντας στην αυλή την πυκνότητα ενός τόπου που μπορεί κανείς ταυτόχρονα να νοσταλγεί και να φοβάται.
Ο βιασμός της Λαστότσικα κάτω από τη σημύδα εγγράφεται σε αυτή τη διαδρομή ως μια ακόμη βαθιά πληγή. Η ίδια τον συνδέει με όσα έχει ήδη υποστεί στο ορφανοτροφείο και στο σπίτι, αναγνωρίζοντας στη βία εκείνης της στιγμής τη συνέχεια μιας μακρόχρονης παραβίασης της ζωής της. Μόνο στην Κάτια εμπιστεύεται το γεγονός· η φροντίδα που δέχεται συνυπάρχει με την πικρή παραδοχή ότι θα μπορούσαν να της έχουν συμβεί χειρότερα. Απέναντι στις συμμαθήτριές της, που μιλούν για τον ιδανικό έρωτα, παραμένει σιωπηλή, αισθανόμενη πόσο απέχει η εμπειρία της από τον κόσμο τους. Η Ţîbuleac δίνει χώρο στο μίσος και στην επιθυμία εκδίκησης που επιμένουν μέσα στην ηρωίδα. Όταν η Λαστότσικα μιλά ακόμη και για μια αίσθηση απελευθέρωσης μετά τον βιασμό, την εξηγεί ως το τέλος της ανάγκης να κρύβει το μίσος της. Η οδυνηρή αυτή διατύπωση φανερώνει τον τρόπο με τον οποίο η ίδια προσπαθεί να κατανοήσει όσα της συνέβησαν και να τα χωρέσει στην αφήγησή της.
Η μορφή του μυθιστορήματος ακολουθεί τη λειτουργία της μνήμης. Τα σύντομα κεφάλαια, οι χρονικές μετατοπίσεις και η επανεμφάνιση προσώπων και εικόνων συγκροτούν μια αφήγηση που προχωρά με επιστροφές. Η ενήλικη συνείδηση συναντά την παιδική αντίληψη χωρίς να εξουδετερώνει την αμηχανία της. Συχνά μια λεπτομέρεια αποκτά μεγαλύτερη ένταση από ένα ολόκληρο γεγονός: μια μυρωδιά, ένα γλύκισμα, ένα λάθος στην προφορά, μια κίνηση του χεριού. Το τραύμα διαπερνά τον ρυθμό της αφήγησης και τον τρόπο με τον οποίο οι αναμνήσεις διεκδικούν χώρο στο παρόν.
Μέσα σε αυτή τη σκληρή καθημερινότητα γεννιέται και η εικόνα του τίτλου. Όταν το φως περνά μέσα από τα στοιβαγμένα μπουκάλια, τα χρώματά τους συνδυάζονται και δημιουργούν τον προσωπικό γυάλινο κήπο της Λαστότσικα. Είναι μια από τις πιο ουσιαστικές στιγμές του βιβλίου. Το παιδί αποκτά για λίγο έναν χώρο ομορφιάς μέσα στα ίδια τα υλικά της εξαντλητικής του εργασίας. Η εικόνα διατηρεί την ευθραυστότητά της: το γυαλί δέχεται το φως, αλλά μπορεί και να πληγώσει. Αυτή η διπλή ιδιότητα συνοδεύει ολόκληρο το μυθιστόρημα.
Το βιβλίο έλαβε το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 2019. Ο Γυάλινος κήπος εκδόθηκε το 2018 στα ρουμανικά. Έχει μεταφραστεί στα γαλλικά, ισπανικά, βουλγαρικά, καταλανικά και αλβανικά. Η ελληνική έκδοση διευρύνει αυτή τη διαδρομή. Στην ιταλική γλώσσα η γνωριμία με τη συγγραφέα πραγματοποιείται μέσα από το μυθιστόρημά της, L’estate in cui mia madre ebbe gli occhi verdi, που κυκλοφορεί από τον εκδοτικό οίκο Keller. Η μετάφραση του βιβλίου αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον για μια δημιουργό που τοποθετεί τη γλωσσική εμπειρία στον πυρήνα της ανθρώπινης ταυτότητας.
Στην ελληνική ανάγνωση, η μετάφραση της Άντζελας Μπράτσου επιτρέπει να παρακολουθήσουμε την εναλλαγή της τηλεγραφικής διατύπωσης με τη λυρική εικόνα. Η παρουσία των ρωσικών φράσεων και των επεξηγηματικών σημειώσεων διατηρεί ορατή τη γλωσσική τριβή που βιώνει η ηρωίδα. Ο αναγνώστης συναντά πάνω στη σελίδα τις διαφορετικές γλώσσες και αισθάνεται πόσο στενά συνδέονται με τη μνήμη της εξουσίας, της οικειότητας και της απώλειας.
Επιστρέφοντας νοερά στη θεατρική βραδιά στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά, σκέφτομαι ότι η ανάγνωση επέκτεινε τη συνάντηση που είχε αρχίσει εκεί. Μου επέτρεψε να κατανοήσω περισσότερο τις αντιφάσεις της Λαστότσικα, τις εσωτερικές της μετατοπίσεις, στον δύσκολο δεσμό της με όσους τη μεγάλωσαν. Ο Γυάλινος κήπος φέρνει τον αναγνώστη κοντά σε μια γυναίκα που προσπαθεί να αφηγηθεί τη ζωή της, χωρίς να αφαιρεί από αυτήν όσα εξακολουθούν να την πονάνε. Και μέσα από αυτήν την προσπάθεια, το φως που κάποτε περνούσε μέσα από τα άδεια μπουκάλια εξακολουθεί να βρίσκει τον δρόμο του.
Newsletter
BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες
