8 Σεπτεμβρίου 2026
[Μαρία Κούρση, Ο χρόνος σε τίτλους, εκδόσεις Ηριδανός, 2025]
Της Πωλλέτας Ψυχογυιοπούλου
Η ποιητική συλλογή της Μαρίας Κούρση Ο χρόνος σε τίτλους (εκδόσεις Ηριδανός, 2025, ISBN 978-960-335-571-7), που τιμήθηκε με το Βραβείο Ποίησης Αναγνώστη 2026, αποτελείται από 59 αυτόνομα ποιήματα, οργανωμένα σε τέσσερις ενότητες: «Οκτώ τίτλοι κατηγορούνται», «Τίτλοι υπεράσπισης», «Τίτλοι κατηγορίας» και «Τίτλοι Αιθουσών». Η συλλογή, ωστόσο, δεν αποτελεί απλώς σειρά ποιημάτων, αλλά συγκροτεί έναν ενιαίο σκηνικό κόσμο, μια ιδιότυπη δίκη, όπου πρωταγωνιστούν οι τίτλοι, οι λέξεις, τα ποιήματα, οι ποιητές και, τελικά, ο ίδιος ο χρόνος.
Η βασική ποιητική σύλληψη δηλώνεται ήδη από τον τίτλο. Ο χρόνος φαίνεται να εγκλωβίζεται, αλλά ταυτόχρονα και να διασώζεται, μέσα στις λέξεις των τίτλων. Τα περισσότερα ποιήματα φέρουν ως τίτλο ένα επίρρημα σε -ως: «Αιωνίως», «Αιφνιδίως», «Βραδέως», «Τελικώς», «Προσεχώς», «Ενστικτωδώς», «Ενόρκως», «Δικαίως», «Αδίκως», «Εντίμως», «Αφρόνως», «Ασφαλώς», «Αληθώς», «Ψευδώς», «Δυστυχώς», «Ευτυχώς». Έτσι ο χρόνος δεν εμφανίζεται ως αφηρημένη έννοια, αλλά ως τρόπος βίωσης: διάρκεια, αιφνιδιασμός, αναμονή, κατάληξη, απώλεια, έρωτας, θάνατος και δημιουργία.
Το επίρρημα, απομονωμένο από το ρήμα που κανονικά προσδιορίζει, δημιουργεί μια ποιητική εκκρεμότητα: Ενστικτωδώς… τι; Αιωνίως… τι; Ενόρκως… τι; Δικαίως… τι; Η απουσία του ρήματος αφήνει ανοιχτή τη σημασία και καλεί τον αναγνώστη να συμπληρώσει το ανείπωτο. Οι τίτλοι δεν λειτουργούν επομένως μόνο ως ονομασίες των ποιημάτων, αλλά αποκτούν ρόλο κριτή: τα ανακρίνουν, τα χαρακτηρίζουν και τα τοποθετούν εξαρχής σε ένα πεδίο κρίσης. Τα ζεύγη Δικαίως/Αδίκως, Αληθώς/Ψευδώς, Δυστυχώς/Ευτυχώς ενισχύουν αυτή τη διάσταση.
Η δικαστική μεταφορά οργανώνει και τις τέσσερις ενότητες. Η πρώτη, «Οκτώ τίτλοι κατηγορούνται», εισάγει τη δίκη, ενώ η φράση «Οι τίτλοι είναι/ το πιο αξιόμαχο/ και το πιο αδικημένο/ κομμάτι της Ιστορίας» συμπυκνώνει την ιδέα ότι η Ιστορία μπορεί να διασωθεί μέσα από τις λέξεις. Η ποίηση γίνεται έτσι τρόπος επαναφοράς στο παρόν όσων ο χρόνος έχει απομακρύνει.
Η δικαστική δομή συνδέεται οργανικά με τη θεατρικότητα. Στο «Ουδόλως» (σ. 16) η ποίηση αποκτά σκηνική υπόσταση:
«…Έχει σκηνή
Έχει χορό
Έχει φωνή
Κοστούμι έχει…»
Η ποίηση παρουσιάζεται σαν παράσταση που διαθέτει σκηνή, κίνηση, φωνή και ένδυμα. Η εικόνα αυτή προετοιμάζει τη μετάβαση στις «Αίθουσες», όπου οι τίτλοι εισέρχονται σαν πρόσωπα μιας μεγάλης παράστασης. Η συλλογή γίνεται έτσι ταυτόχρονα δικαστήριο και σκηνή: ένας χώρος όπου η ποίηση εκθέτει, υπερασπίζεται, κατηγορεί και καταθέτει τη μνήμη της.
Η θεατρικότητα δεν περιορίζεται στο περιεχόμενο αλλά επεκτείνεται και στη μορφή. Η τυπογραφική και χωρική οργάνωση της σελίδας αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της ποιητικής της Κούρση. Οι αποστάσεις, οι παύσεις και ο λευκός χώρος δεν λειτουργούν ως απλό φόντο, αλλά ως ενεργά στοιχεία της σύνθεσης. Η αποσπασματικότητα και η ελλειπτικότητα αποκτούν οπτική διάσταση: όπως ο τίτλος αφήνει ανείπωτο το ρήμα του, έτσι και η σελίδα αφήνει χώρο για όσα δεν λέγονται.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το «Παραλλήλως» (σ. 20), όπου η λέξη «τίτλος» διαλύεται τυπογραφικά σε «Τί/τλος» και τα δύο σύμφωνα παρουσιάζονται ως:
«…καρτερόψυχα
Αμετάφραστα
Αμετακίνητα…»
Η μορφή εδώ δεν εικονογραφεί απλώς το νόημα αλλά αποτελεί μέρος του. Η λέξη τεμαχίζεται μπροστά στα μάτια του αναγνώστη και ο τίτλος γίνεται αντικείμενο παρατήρησης και επανασύνθεσης. Η ποιητική πράξη στρέφεται έτσι προς την ίδια τη γλώσσα και αποκαλύπτει τη δημιουργική δύναμη των λέξεων.
Στο «Ενστικτωδώς» (σ. 15), η δημιουργία παρουσιάζεται ως επικίνδυνη διέλευση:
«Μέσα από λέξεις που
Εκρήγνυνται
θα περάσω…».
Η λέξη γίνεται εκρηκτική ύλη και η ποιητική πράξη ένα πέρασμα μέσα από έναν επικίνδυνο χώρο. Το «Πρώτο σπίρτο», που ανάβει κάτω από τον τίτλο και «ασφαλώς / δεν καίγεται», συνδέει τη φωτιά με τη δημιουργία και υποδηλώνει την αντοχή της ποίησης απέναντι στη φθορά.
Η δεύτερη ενότητα, «Τίτλοι υπεράσπισης», μετατοπίζει το βλέμμα από την κατηγορία προς τη διάσωση. Εδώ υπερασπίζονται η ποίηση, η μνήμη και η ανθρώπινη παρουσία απέναντι στον χρόνο. Οι ποιητές του παρελθόντος επιστρέφουν ως ζωντανές φωνές. Στο «Ακολούθως» (σ. 30) εμφανίζεται ο Κώστας Καρυωτάκης: «Περπατούσε σκυφτός ο Κώστας Καρυωτάκης», ενώ στο «Αφρόνως» (σ. 31) η Μαρία Πολυδούρη: «Η Μαρία Πολυδούρη/ δεν μοιάζει με καμία άλλη». Η διακειμενική παρουσία τους μετατρέπει τη λογοτεχνική μνήμη σε ενεργό συνομιλία με το παρόν.
Στο «Εντίμως» (σ. 33), η σχέση δημιουργού και έργου αποκτά ηθική διάσταση:
«Όταν θα φύγω
Μην αφήσεις μόνα τους
Τα ποιήματα…».
Ο ποιητής πεθαίνει, όμως τα ποιήματα πρέπει να συνεχίσουν να ζουν, ως «αληθινός χρυσός», «ακριβά και αναλλοίωτα». Η δημιουργία γίνεται έτσι ένας τρόπος να υπερβεί το έργο τη φθορά που επιβάλλει ο χρόνος.
Στην τρίτη ενότητα, «Τίτλοι κατηγορίας», το βλέμμα σκοτεινιάζει. Εδώ στο επίκεντρο βρίσκονται η ανθρώπινη βία, η αδιαφορία, η καταστροφή και η θνητότητα. Στο «Αδίκως» (σ. 43), κάποιος αγοράζει ένα δέντρο:
«…Το κρέμασε το χάλασε
Το περιφρόνησε το πέταξε»,
ενώ ο ανέπαφος ίσκιος επιστρέφει για να το γιατρέψει. Το δέντρο λειτουργεί ως οικολογική αλλά και υπαρξιακή αλληγορία: ο άνθρωπος καταστρέφει, ενώ η φύση και η μνήμη επιμένουν.
Στο «Ευτυχώς» (σ. 47), ο τίτλος βρίσκεται ειρωνικά απέναντι στο περιεχόμενο:
«Νόμιζα ότι είχα κι άλλο χρόνο».
Η υποτιθέμενη «ευτυχία» συντρίβεται μπροστά στην επίγνωση της θνητότητας. Αντίστοιχα, στο «Εντελώς» (σ. 54), το «λειψό παρόν» γίνεται σύμβολο μιας ζωής που χάνεται:
«…με το λειψό παρόν μου
ντυμένο επιτάφιο».
Η Κούρση, ωστόσο, αποφεύγει το μελόδραμα. Η ειρωνεία και το μαύρο χιούμορ λειτουργούν ως μηχανισμοί αποστασιοποίησης και επιβίωσης. Στο «Παρεμπιπτόντως» (σ. 50), η εικόνα του κεφαλιού πάνω στον δίσκο με το γλυκό νεραντζάκι συνδυάζει το τραγικό με το καθημερινό και σχεδόν κωμικό, υπονομεύοντας τη συναισθηματική υπερβολή.
Η τέταρτη ενότητα, «Τίτλοι Αιθουσών», ολοκληρώνει τη σκηνική αρχιτεκτονική της συλλογής. Η φράση «Όσοι τίτλοι φέρουν δέντρα/ μένουν εκτός αιθούσης» και η συνέχεια «Οι τίτλοι κρύβουν τα δέντρα/ βαθιά μέσα στο μυαλό τους…» επαναφέρουν το δέντρο ως σύνδεσμο ανάμεσα στη φύση, τη μνήμη και τη γραφή.
Στις «Αίθουσες» διευρύνεται και το πεδίο των συνομιλιών. Εμφανίζονται ο Victor Hugo, η Ελένη Βακαλό, ο RobertThomas, ο Ρίτσος, η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, ο Καβάφης, ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Vivaldi, ο Σολωμός και ο Δημήτρης Μητροπάνος. Η ποίηση συνομιλεί πλέον ανοιχτά με το θέατρο, τη μουσική, το τραγούδι και τις άλλες τέχνες.
Η διακειμενικότητα διατρέχει ολόκληρη τη συλλογή. Η Κούρση συνομιλεί με τον Baudelaire, τον Valéry, τον Dostoyevsky, τον Apollinaire, τη Σιμπόρσκα, τον Καρυωτάκη, την Πολυδούρη, τον Ρίτσο, τον Éluard, τον Rimbaud, τον Καβάφη και τον Σολωμό. Οι δημιουργοί του παρελθόντος δεν λειτουργούν ως απλές αναφορές, αλλά ως φορείς μιας κοινής ποιητικής μνήμης. Στο «Βαρυτίμως» (σ. 71), οι Yves Montand και Édith Piaf συναντούν τον Μάνο Χατζιδάκι, ενώ η «Άνοιξη του Vivaldi» αναποδογυρίζει. Ο χρόνος επομένως δεν είναι μόνο φθορά· είναι και η δυνατότητα συνάντησης διαφορετικών εποχών και έργων.
Το δέντρο αποτελεί ένα από τα κεντρικά μοτίβα της συλλογής και συνδέει το ποιητικό περιεχόμενο με την εικαστική μορφή του βιβλίου. Το εξώφυλλο του Δημήτρη Σεβαστάκη, με το μολυβένιο δέντρο και τις νευρικές γραμμές που θυμίζουν ίχνη μνήμης ή γραφής, συμπληρώνει οργανικά την ποιητική του έργου. Το δέντρο μπορεί να διαβαστεί ως εικόνα του ίδιου του βιβλίου: έχει ρίζες στο παρελθόν, κορμό στο παρόν και κλαδιά που ανοίγονται προς διαφορετικές κατευθύνσεις.
Το μοτίβο επιστρέφει και στο «Ατάκτως» (σ. 74):
«Τα βράδια κλειδώναμε το σπίτι.
Το πρωί βρίσκαμε μέσα δέντρα».
Το οικείο σπίτι μετατρέπεται σε χώρο απρόβλεπτης εμφάνισης της φύσης, όπως η μνήμη εισβάλλει στο παρόν και μεταβάλλει την αντίληψή του.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν και τα δύο σκίτσα που πλαισιώνουν τη συλλογή. Η διαδρομή ξεκινά στον «Πρόλογο» με μια εξπρεσιονιστική νυχτερινή τοπιογραφία, όπου το δέντρο εμφανίζεται ως μάρτυρας της μνήμης κάτω από το φεγγάρι. Στον «Επίλογο», αντίθετα, η σιλουέτα του λύκου διασχίζει το νερό. Η μεταβολή αυτή αποτυπώνει το πέρασμα από το σκοτάδι και την αναμονή προς μια πρωτόγονη γαλήνη, όπου το ένστικτο και η φύση αποκτούν μεγαλύτερη ελευθερία. Το νερό λειτουργεί ως φορέας σιωπής και αποδέσμευσης.
Έτσι η απώλεια μετατρέπεται σταδιακά σε αποδοχή και η ποιητική διαδρομή ολοκληρώνεται με μια πράξη εξόδου:
«Αφήστε με τώρα να φύγω. Πλήρωσα» (σ. 79).
Η γλώσσα της Κούρση είναι λιτή, πυκνή και ελλειπτική, συνδυάζοντας το καθημερινό βίωμα με την υπερρεαλιστική αφαίρεση. Η ειρωνεία, ο αυτοσαρκασμός και η τρυφερότητα συνυπάρχουν, όπως στο «Βραδέως» (σ. 72): «Σιγά να μην ήμουν έτοιμη […] Δεν ξέρω τι να κάνω με τη λέξη απόσπασμα…».
Στο «Βαθέως» (σ. 79) διαβάζουμε:
«Χωρίς φτερά ο άνεμος
Πετάει
Στα δέντρα».
Το παράδοξο γίνεται τρόπος ανασύνθεσης της πραγματικότητας. Η ποιήτρια δεν επιδιώκει να περιγράψει τον κόσμο ρεαλιστικά, αλλά να αποκαλύψει μια διαφορετική, απρόβλεπτη λογική των πραγμάτων.
Η δύναμη του Ο χρόνος σε τίτλους βρίσκεται τελικά στην οργανική σχέση μορφής και περιεχομένου. Οι τίτλοι-επιρρήματα συμπυκνώνουν διαφορετικούς τρόπους βίωσης του χρόνου, ενώ η δικαστική και θεατρική αρχιτεκτονική μετατρέπει την ποίηση σε χώρο κρίσης, μνήμης και συνομιλίας. Η τυπογραφία και ο λευκός χώρος διευρύνουν το ποίημα πέρα από τις λέξεις, ενώ τα διακείμενα εντάσσουν την προσωπική φωνή της Κούρση σε μια ευρύτερη ιστορία της λογοτεχνίας και των τεχνών.
Το ερώτημα που παραμένει είναι τι μπορεί να διασωθεί όταν ο χρόνος περνά. Στο «Ομοειδώς» (σ. 22) διαβάζουμε:
«Κάθε μέρα χάνονται ποιήματα»,
αλλά αμέσως μετά:
«Να φτάνουν
Για ένα ποίημα ακόμα».
Η απώλεια και η δημιουργία συνυπάρχουν. Ο χρόνος καταστρέφει, αλλά η ποίηση συνεχίζει να ονομάζει, να διασώζει και να μετασχηματίζει όσα κινδυνεύουν να χαθούν. Ίσως αυτό να είναι και το βαθύτερο νόημα της συλλογής. Η ποίηση δεν μπορεί να σταματήσει τον χρόνο, μπορεί όμως να του δώσει τίτλο, μορφή και μνήμη. Μέσα στις λέξεις, αλλά και στις σιωπές ανάμεσά τους, ό,τι χάνεται αποκτά μια δεύτερη διάρκεια.
Newsletter
BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες
