15 Μαΐου 2026
[Andrea Bajani, Η Επέτειος, μτφρ. Δήμητρα Δότση, εκδόσεις Ίκαρος, 2026]
Της Τζίνας Καρβουνάκη
Με αφορμή τη συνάντηση της 19ης Μαΐου στο Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο Αθηνών με τον συγγραφέα Andrea Bajani, συγγραφέα του μυθιστορήματος L’anniversario (Η Επέτειος), που κυκλοφορεί στα ελληνικά σε μετάφραση της Δήμητρας Δότση από τις εκδόσεις Ίκαρος, ίσως αξίζει να αναρωτηθούμε όχι τόσο για την πλοκή του βιβλίου, όσο για την υπόγεια κίνηση που το διαπερνά. Την κίνηση της μνήμης ως τραύματος που συνεχίζει να μιλά ακόμη κι όταν η γλώσσα μοιάζει να το έχει πλέον αποσιωπήσει.
Η Επέτειος είναι ένα από εκείνα τα μυθιστορήματα που δεν επιδιώκουν τον εντυπωσιασμό, αλλά τη διάρκεια. Ο Bajani οικοδομεί μια αφήγηση όπου το ανείπωτο βαραίνει όσο και η εκφερόμενη λέξη και όπου η οικογένεια δεν εμφανίζεται ως καθησυχαστικός τόπος καταγωγής, αλλά ως αμφίσημος χώρος διαμόρφωσης, σιωπής και συναισθηματικής επιβίωσης. Υπό την έννοια αυτή, το μυθιστόρημα εντάσσεται πλήρως στην πιο ώριμη τροχιά της σύγχρονης ιταλικής πεζογραφίας, η οποία τα τελευταία χρόνια επιλέγει να αναμετρηθεί με την ευθραυστότητα των σχέσεων, με τη διάλυση των δεσμών και με τη δυσκολία ονομασίας του τραύματος χωρίς να το μετατρέπει σε θέαμα.
Ο ίδιος ο τίτλος, Η Επέτειος, υποδηλώνει μια τελετουργική επιστροφή. Κάθε επέτειος προϋποθέτει μια ημερομηνία που επιμένει, που επιστρέφει για να ζητήσει λογαριασμό από το παρελθόν. Ο Bajani, ωστόσο, αποφεύγει προσεκτικά κάθε μνημειακή ακινητοποίηση της μνήμης. Η γραφή του προχωρά αφαιρετικά, μέσα από ελάχιστες συναισθηματικές μετατοπίσεις, σαν το μυθιστόρημα να είναι χτισμένο πάνω στην προσπάθεια προσέγγισης κάποιου πράγματος που δεν μπορεί να ειπωθεί ευθέως. Και ακριβώς εδώ βρίσκεται μία από τις βαθύτερες ποιότητες του βιβλίου. Η ικανότητά του να μετατρέπει την αποσιώπηση σε αφηγηματική μορφή.
Η γλώσσα του Bajani διαθέτει μια σχεδόν χειρουργική ακρίβεια, χωρίς όμως να γίνεται ψυχρή. Είναι μια γλώσσα που παρατηρεί, που καταγράφει τις ρωγμές, που πλησιάζει τους χαρακτήρες με μια σπανία λεπτότητα για τη σύγχρονη λογοτεχνία. Δεν υπάρχει ψυχολογικός ναρκισσισμός ούτε διάθεση κρίσης. Αντίθετα, το μυθιστόρημα μοιάζει να διερευνά αδιάκοπα τη σχέση ανάμεσα στη μνήμη και την ταυτότητα: πόσο από αυτό που είμαστε προέρχεται από τις λέξεις που ακούσαμε στην παιδική ηλικία; Πόσο από τη σιωπή της ενήλικης ζωής μας γεννιέται από σιωπές που κληρονομήσαμε;
Σε ορισμένες στιγμές, το βιβλίο Η Επέτειος θυμίζει εκείνη τη μεγάλη ευρωπαϊκή λογοτεχνική παράδοση που κατόρθωσε να αφηγηθεί την οικογένεια περισσότερο ως τόπο αόρατης έντασης παρά ως πεδίο έκδηλης σύγκρουσης. Έρχονται στον νου ορισμένες σελίδες της Annie Ernaux ή της Natalia Ginzburg, αλλά και εκείνη η αφηγηματική γραμμή όπου η οικειότητα μετατρέπεται σε εργαλείο ανθρωπολογικής και σχεδόν φιλοσοφικής διερεύνησης. Ο Bajani, ωστόσο, διατηρεί μια απολύτως προσωπική φωνή. Η γραφή του δεν στοχεύει στην εξομολόγηση, αλλά σε μια μορφή συναισθηματικής διαύγειας που διαπερνά αργά τον αναγνώστη.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρων είναι ο τρόπος με τον οποίο το μυθιστόρημα πραγματεύεται το θέμα της απόστασης. Όχι μόνο της φυσικής απόστασης ανάμεσα στους ανθρώπους, αλλά και εκείνης της εσωτερικής απόστασης που δημιουργείται όταν η γλώσσα αδυνατεί πλέον να περιλάβει τη βιωμένη εμπειρία. Οι χαρακτήρες μοιάζουν να κινούνται μέσα σε έναν μετέωρο χώρο, όπου κάθε καθημερινή χειρονομία διατηρεί ένα ίχνος απουσίας. Πρόκειται για μια αφήγηση περισσότερο του απόηχου. Και ίσως ακριβώς γι’ αυτό το βιβλίο κατορθώνει να αγγίξει κάτι βαθιά σύγχρονο, την αίσθηση μη οικειότητας που μπορεί να γεννηθεί ακόμη και στους πιο οικείους τόπους.
Η ελληνική μετάφραση αποκτά, μέσα σε αυτό το πλαίσιο, μια ιδιαίτερη σημασία. Η παρουσία του Bajani στον ελληνικό εκδοτικό χώρο σημαίνει ότι προσφέρεται στο ελληνικό κοινό ένας συγγραφέας που εργάζεται πάνω στο όριο ανάμεσα στην ιδιωτική εμπειρία και τη συλλογική σκέψη, ανάμεσα στην αυτοβιογραφία και το υπαρξιακό ερώτημα. Δεν πρόκειται απλώς για τη «μετάφραση» ενός μυθιστορήματος, αλλά για τη μεταφορά μιας λογοτεχνικής ευαισθησίας που συνομιλεί βαθιά με ορισμένες από τις αγωνίες της εποχής μας. Την οικογενειακή μνήμη, την αίσθηση αποξένωσης από τον χώρο και τους άλλους, την αναζήτηση μιας αυθεντικής φωνής.
Η συνάντηση στο Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο Αθηνών αποκτά έτσι και την αξία ενός ευρύτερου πολιτισμικού διαλόγου ανάμεσα στην Ιταλία και την Ελλάδα. Σε μια εποχή όπου μεγάλο μέρος της σύγχρονης πεζογραφίας τείνει προς την ταχύτητα και τη συναισθηματική απλοποίηση, ο Bajani επιλέγει αντιθέτως τον αργό ρυθμό της ακρόασης και της εσωτερικότητας. Πρόκειται για μια λογοτεχνία που ζητά από τον αναγνώστη να παραμείνει μέσα στις αποχρώσεις, μέσα στις μικρές ρωγμές των ανθρώπινων σχέσεων, μέσα σε ό,τι συχνά παραμένει αόρατο.
Ίσως αυτή να είναι τελικά και η πιο αυθεντική δύναμη του βιβλίου αυτού. Να μας υπενθυμίσει ότι η λογοτεχνία δεν υπάρχει κατ’ ανάγκην για να προσφέρει απαντήσεις, αλλά μπορεί ακόμη να αποτελεί έναν χώρο όπου αναγνωρίζουμε τις πιο σιωπηλές ευαλωτότητές μας. Ο Bajani δεν γράφει για να κλείσει τα τραύματα της μνήμης, αλλά για να δείξει την επιμονή τους. Και μέσα από αυτή τη διαδικασία παραδίδει στον αναγνώστη ένα μυθιστόρημα μεγάλης αφηγηματικής ωριμότητας, ικανό να μετατρέψει την ατομική εμπειρία σε μια οικουμενική σκέψη πάνω στην ανθρώπινη ευθραυστότητα.
Newsletter
BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες
