13 Απριλίου 2026
[Κώστας Γουλιάμος, Το Μάτι της Λέξης, Σύγχρονη Εποχή, 2024]
Tης Νίκης Μισαηλίδη
Η ποιητική συλλογή Το Μάτι της Λέξης του Κώστα Γουλιάμου (εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2024, ISBN:978-960-451-508-0) αποτελεί μια πολυφωνική και πολυεπίπεδη κατάθεση λόγου, στην οποία η ποίηση υπερβαίνει τα όρια της αισθητικής πρακτικής και αναδεικνύεται σε πεδίο πολιτικής, κοινωνικής και φιλοσοφικής διερεύνησης. Πρόκειται για την έβδομη ποιητική συλλογή του δημιουργού, η οποία αναδεικνύει τη βαθιά του σχέση με την ιστορία, τη μνήμη και την παρουσία του ανθρώπου ως υποκειμένου και ως φορέα ατομικής και συλλογικής εμπειρίας. Η συλλογή δομείται σε τρεις θεματικές ενότητες: «Η λάμψη των οστών», «Φλόγα σωμάτων» και «Στην ερημιά της ύλης», που λειτουργούν ως διαδοχικά στάδια μιας υπαρξιακής και ιστορικής πορείας. Από την ανάκληση της μνήμης και των νεκρών, γίνεται η μετάβαση στη σωματικότητα της εμπειρίας, η οποία καταλήγει σε μια σχεδόν μεταφυσική ερημία, όπου η ύλη και το νόημα τίθενται υπό αμφισβήτηση.
Ο τίτλος της συλλογής, Το Μάτι της Λέξης, είναι ενδεικτικός της κεντρικής προβληματικής της συλλογής: η λέξη αποκτά «μάτι», δηλαδή συνείδηση, οπτική δύναμη και δυνατότητα διείσδυσης στην πραγματικότητα. Δεν πρόκειται για μια παθητική γλωσσική μονάδα, αλλά για ένα ενεργό εργαλείο που «βλέπει», καταγράφει και ερμηνεύει τον κόσμο. Υπό αυτή την έννοια, η λέξη συνδέεται άμεσα με τη σκέψη και τη συνείδηση, λειτουργώντας ως μέσο αποκάλυψης και ερμηνείας της πραγματικότητας και όχι απλής περιγραφής. Στο πλαίσιο αυτό, η αναφορά στη θεωρία του Ferdinand de Saussure καθίσταται ιδιαίτερα γόνιμη. Η διάκριση μεταξύ «σημαίνοντος» και «σημαινομένου» επιτρέπει μια βαθύτερη κατανόηση της λειτουργίας της ποιητικής γλώσσας στη συλλογή (Saussure, 1979). Το «μάτι της λέξης» μπορεί να ιδωθεί ως η δυναμική σχέση ανάμεσα σε αυτές τις δύο διαστάσεις του γλωσσικού σημείου: το «σημαίνον» δεν περιορίζεται στην επιφάνειά του, αλλά ενεργοποιεί ένα πλέγμα σημασιών που διαρκώς μετατοπίζονται και αναδιαμορφώνονται. Το «σημαινόμενο», από την άλλη, δεν είναι σταθερό ούτε μονοσήμαντο· αντίθετα, προκύπτει ως αποτέλεσμα μιας διαδικασίας ερμηνευτικής διαπραγμάτευσης, στην οποία ο/η αναγνώστης/στρια καλείται να συμμετάσχει ενεργά. Έτσι, η λέξη δεν είναι απλώς φορέας σημασίας, αλλά τόπος συνάντησης ιστορικών, ιδεολογικών και βιωματικών θεματικών. Το «μάτι» της λέξης λειτουργεί, επομένως, συν-υποδηλωτικά για τη δυνατότητα της γλώσσας να βλέπει πέρα από το άμεσα ορατό, να ανιχνεύει τα ίχνη της ιστορίας και να αποκαλύπτει τις αφανείς δομές της πραγματικότητας και του ανθρώπινου ψυχισμού.
Το ποιητικό σύμπαν του Κ. Γουλιάμου διαρθρώνεται σε σημαντικό βαθμό πάνω στα αντιθετικά δίπολα φως – σκοτάδι, δικαιοσύνη – αδικία, ελευθερία – υποδούλωση, ζωή – θάνατος, αλήθεια – ψεύδος, με το «φως» να κατέχει πολυσήμαντη θέση στα ποιήματα της συλλογής, αποκτώντας μια υπαινικτική και αισθησιακή διάσταση, καθώς σχετίζεται με το σώμα, την επιθυμία και την ατομική και συλλογική μνήμη. Το «φως» αποκτά μια λειτουργία διεισδυτική και αποκαλυπτική: δεν φωτίζει απλώς, αλλά διαπερνά, τραυματίζει, απογυμνώνει την πραγματικότητα και εντάσσεται σε ένα σαφώς κοινωνικο-ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο, στο οποίο η αλήθεια προκύπτει μέσα από τη σύγκρουση και τον αγώνα (σ. 16):
Φως
Λεπτοφυές σύννεφο
Στων γυναικών τη νύχτα
Όπως χαλαρώνουν σε μακρινά νησιά
Με δροσερά φεγγάρια και σύνεργα του χρόνου
Τραγουδώντας το τρυφερό τους λάθος
Φως
Αγρίμι τ’ ουρανού
Μαχαίρι του έξω κόσμου
Του δρόμου αίμα
Για όσους παντοτινά ταξιδεύουν
Από σώμα σε σώμα
[…]
Φως
Για τα θαμμένα φονικά
Στην πυρωμένη πείρα
Ανάμεσα στο αμέριμνο χώμα
Και τη φωνή του κόρακα
Το «φως» συν-ομιλεί με τον άνθρωπο, τους αγώνες αντίστασης, τις θυσίες και τα όνειρά τουˑ συνδέεται άμεσα με την εργασία και την ατομική και συλλογική εμπειρία, αποκτώντας έντονη κοινωνική και ιδεολογική φόρτιση ως δύναμη κινητοποίησης και συλλογικής δράσης: «Φως/Αίμα δουλειάς/Από σπόρους και κερήθρες δουλείας/Από εξεγερμένα άστρα/Και φλεγόμενες πορείες» (σ. 17).
Ο Κώστας Γουλιάμος ενσωματώνει στην ποίησή του, με ιδιαίτερη ευαισθησία, και το προσφυγικό ζήτημα, αναδεικνύοντας όχι μόνο τη σκληρή εμπειρία της μετακίνησης και της απώλειας, αλλά και τα εύθραυστα όνειρα και τις επίμονες ελπίδες των εκτοπισμένων (σ. 19):
Φως των προσφύγων
Όπως ταξιδεύουν χρόνια με τα ίδια μάτια
Το ίδιο βασανισμένο πουκάμισο
Το ίδιο ψωμί που γεύτηκαν κάτω από λιοκαμένα κυπαρίσσια
Περπατώντας από ουρανό σε ουρανό
Ώσπου να βρουν φεγγάρι να κρυφτούν
Μην τους προδώσει η Παρθένα των Βράχων
Και γίνουν Μαύροι Πίνακες
Στης μνήμης τ’ απαγχονισμένα δέντρα
Το μοτίβο του φωτός αποκτά μια βαθιά ανθρωποκεντρική και ιστορική διάσταση, λειτουργώντας ως φορέας τόσο της οδύνης όσο και της προσδοκίας. Η κίνηση «από ουρανό σε ουρανό» εισάγει ένα στοιχείο υπαρξιακής περιπλάνησης, όπου ο χώρος χάνει τη γεωγραφική του σταθερότητα και μετατρέπεται σε μια ανοιχτή, αβέβαιη διαδρομή αναζήτησης καταφυγίου και νοήματος για τους πρόσφυγες. Ταυτόχρονα, ο ρόλος του μηχανισμού της μνήμης καθίσταται κομβικός, καθώς ο στίχος «Στης μνήμης τ’ απαγχονισμένα δέντρα» συμπυκνώνει μια έντονα δραματική και συμβολική λειτουργία της μνήμης, σύμφωνα με την οποία δεν πρόκειται για έναν ουδέτερο χώρο διατήρησης του παρελθόντος, αλλά για ένα πεδίο τραυματικό, στο οποίο εγγράφονται οι βίαιες εμπειρίες του εκτοπισμού, της απώλειας και του θανάτου. Παράλληλα ο ποιητής αποτυπώνει τη λειτουργία της μνήμης ως τόπο καταγραφής και ως μηχανισμό αντίστασης στη λήθη.
Σε άλλα ποιήματα της συλλογής ο Κ. Γουλιάμος επεκτείνει τη σημασιολογική λειτουργία του «φωτός» και στον χώρο του έρωτα, καθώς το «φως» αναδεικνύεται ως δύναμη μετασχηματιστική και απελευθερωτική. Το «φως» δεν λειτουργεί απλώς ως συνοδευτικό στοιχείο της ερωτικής εμπειρίας, αλλά ως καταλύτης που την αναπλάθει, την εξαγνίζει και την ανυψώνει πέρα από τα όρια της υλικότητας (σ. 20):
Ας φέρει ως ο έρωτας
Φωτιά τα κόκαλα να πάρουν
Τη νύχτα που δε φτάνει το φρέσκο στήθος
Στου οφθαλμού τ’ απόκρυφα
Ας γίνει ο ήλιος φως στων εραστών τα δάση
Να πυρωθεί στο μέγα άπειρο το ιερό τους δέντρο
Με της φωτιάς τη γλώσσα
Στου επέκεινα τη νέα διαθήκη
Που νευρικά η νύχτα φυγαδεύει
:αυτός δεν είναι τόπος μ’ όνομα
μήτε κελί γι’ αρματωμένους
Ξυλάρμενοι σε άγονη γραμμή
Κι ολόγυρα τεθλιμμένο πλήθος
Εραστές αιρετικοί σε ουρανούς ερειπίων
Έρημοι στ’ άγρια νερά, γυμνοί στους πάνω τόπους
Έχουν το αίμα για φωνή και συντροφιά τ’ αστέρια
Ο ήλιος, ως πηγή φωτός, μεταστοιχειώνεται σε καθαρή ενέργεια, η οποία διαποτίζει τον ερωτικό χώρο και τον μετατρέπει σε τόπο ιερότητας και μύησης, καθώς ο έρωτας συνδέεται με την κοσμική ενότητα και τη διαρκή αναγέννηση. Το «φως», σε άμεση συνάφεια με τη «φωτιά», αποκτά καθαρτική και αναγεννητική λειτουργία, υποδηλώνοντας μια διαδικασία εσωτερικής διεργασίας, μέσα από την οποία το σώμα και η ύλη υπερβαίνονται. Έτσι, ο έρωτας στην ποίηση του Κ. Γουλιάμου δεν περιορίζεται στην αισθητηριακή εμπειρία, αλλά μετατρέπεται σε υπαρξιακό γεγονός, που οδηγεί σε μια μορφή υπέρβασης του εαυτού και του κόσμου. Παράλληλα, η έντονη εικονοπλασία ενισχύει την ένταση και την αυθεντικότητα της ερωτικής εμπειρίας, η οποία απογυμνώνεται από κάθε επιφανειακό στοιχείο και ανάγεται σε καθαρή υπαρξιακή έκφραση.
Το «φως» σε άλλα ποιήματα συνδέεται και με τους συλλογικούς αγώνες, προσδίδοντάς του έντονη ιστορική και ιδεολογική διάσταση. Το σκηνικό του εμφυλίου πολέμου συγκροτεί έναν χώρο βίας, απώλειας και θυσίας και μια σκοτεινή ιστορική περίοδος. Το «φως» ταυτίζεται με το όραμα ενός δικαιότερου μέλλοντος, το οποίο παραμένει ανοιχτό και αβέβαιο και λειτουργεί ως κατευθυντήρια δύναμη που οδηγεί από τη «νύχτα» της ιστορικής δοκιμασίας προς την προοπτική της ελευθερίας και της δικαιοσύνης. Δεν αποτελεί δεδομένη κατάκτηση, αλλά διαρκές διακύβευμα των ανθρώπινων αγώνων, εγγεγραμμένο τόσο στη μνήμη όσο και στην προσδοκία (σ. 24):
Φθινόπωρο του εμφύλιου
Όλο το μήνα χιόνι
Απλώθηκαν όλη νύχτα οι αντάρτες
Στα κάγκελα της πόλης
Ως πέρα στο δρόμο των δακρύων
Γεύση από ακήρατο νερό
Ανεμίζοντας το κόκκινο
Πάνω απ’ το κεφάλι τους
Με τι φως ταξιδεύουν οι σύντροφοι
Σε ποιο μέλλον κατοικούνε
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά στη συλλογή η έντονη αντιπαράθεση μεταξύ του ηρωικού παρελθόντος και της σύγχρονης τεχνολογικά πραγματικότητας, όπου η ψηφιακή τεχνολογία φαίνεται να απομακρύνει τον άνθρωπο από την αυθεντική εμπειρία, τη μνήμη και την ιστορική του συνέχεια. Στο ποίημα VI (σ. 40), ο Γουλιάμος σχολιάζει με σαρκαστική οξύτητα την υποκατάσταση της βιωμένης εμπειρίας από οθόνες και ψηφιακές συσκευές, παρουσιάζοντας μια γενιά που «Γεράσαμε σε λαβύρινθους λογισμικούς/Με σκληρούς δίσκους κάρτες μητρικές/Και οπτικές μονάδες/Σε μια λίμνη με αργυρόλευκα μέταλλα//Γεράσαμε με φορητά τηλέφωνα/Ποντίκια και σαρωτές εικόνας/[…] Περάσαμε το καλοκαίρι με iOS και Android/θρυμματίζοντας φωτογραφίες από τοπία νευρασθενικά». Η ψηφιακή εικόνα αντικαθιστά τη φυσική παρουσία, τις διαδρομές, το «φως» και τις ζωντανές εμπειρίες, μετατρέποντας τη μνήμη σε εύθραυστο στοιχείο χωρίς διάρκεια και απογυμνωμένο από την αληθινή βιωματική του αξία.
Η απώλεια αυτή κορυφώνεται στην ομολογία «Κοροϊδέψαμε τη Ρωμιοσύνη/Σαν έμενε ζωντανή στη γλώσσα μας», όπου η ειρωνεία δεν στρέφεται αποκλειστικά κατά της τεχνολογίας, αλλά και ενάντια στην απομάκρυνση της γλώσσας και της ιστορικής παράδοσης από την καθημερινή εμπειρία. Στο πλαίσιο της συλλογής, η ψηφιακή αποξένωση συνδέεται με τα κεντρικά μοτίβα του φωτός, της μνήμης και της ανθρώπινης αντίστασης. Όπως το «φως» λειτουργεί σε άλλα ποιήματα τόσο ως φορέας γνώσης, αλήθειας και ιστορικής συνείδησης όσο και ως καταλύτης της συλλογικής δράσης και της προσδοκίας για δικαιοσύνη, έτσι και η απώλεια του φωτός στη ψηφιακή εποχή υπογραμμίζει τη στέρηση αυτής της συνειδησιακής διείσδυσης στον κόσμο. Η ψηφιακή αναπαράσταση καθίσταται υποκατάστατο της αυθεντικής εμπειρίας, υπονομεύοντας τη διάρκεια της μνήμης και τη δυνατότητα σύνδεσης με την ιστορική και πολιτισμική παράδοση. Η συλλογική και ατομική μνήμη, η οποία στις προηγούμενες ενότητες της συλλογής λειτουργεί ως μηχανισμός αντίστασης και διατήρησης της ταυτότητας, εδώ απειλείται από έναν πολιτισμό στιγμιαίων εικόνων, επιβεβαιώνοντας την αξία του φωτός και της βιωματικής παρουσίας ως θεμέλιων στοιχείων της ανθρώπινης εμπειρίας και της υπαρξιακής αυτοσυνειδησίας.
Η τεχνολογική αποξένωση κορυφώνεται στο ποίημα «Τηλεγράφημα σ’ εποχή τεχνητής νοημοσύνης» (σ. 73), στο οποίο ο δημιουργός εκπέμπει μια επείγουσα προειδοποίηση, τοποθετώντας τον/την αναγνώστη/στρια σε ένα περιβάλλον στο οποίο η ζωντανή φύση («εαρινά δάση», «σπλάχνα του φεγγαριού») έρχεται σε έντονη αντίθεση με την ψυχρή, τεχνολογικά καθορισμένη πραγματικότητα. Ο στίχος «Ισχύει σ’ εποχή που τελειώνουν τα ψέματα» σηματοδοτεί μια κρίσιμη καμπή, κατά την οποία οι ψευδαισθήσεις του σύγχρονου πολιτισμού διαλύονται. Η ειρωνική προτροπή «Γύρισε πίσω, ηλίθιο καράβι/Ο πόλεμος είναι θέμα τεχνητής νοημοσύνης» τονίζει την υποκατάσταση της ανθρώπινης δράσης από μηχανισμούς τεχνολογικού ελέγχου, καθιστώντας την ανθρώπινη παρουσία περιττή και αναχρονιστική.
Η κριτική του Κ. Γουλιάμου εκτείνεται, επίσης, στη σφαίρα της οικονομικής κυριαρχίας και των τεχνοκρατικών πρακτικών. Στο ποίημα «Γεράσαμε τόσο νέοι» (σ. 47), ο ποιητής εστιάζει στους «ελεεινούς αριθμούς και κωδικούς σκουλήκια», συνδέοντας την ψηφιακή εποχή με την κυριαρχία των τραπεζικών συστημάτων, όπως αποτυπώνεται στον στίχο «ξημερώνει όπως στα funds αρέσει». Η ψηφιακή και οικονομική αποξένωση συνδέεται με τα ήδη διαμορφωμένα μοτίβα του φωτός, της μνήμης και της αντίστασης. Όπως το «φως» λειτουργεί ως φορέας γνώσης, αλήθειας και συλλογικής δράσης, έτσι και η απώλειά του, υπό την πίεση των ψηφιακών και οικονομικών υποκατάστατων, υπογραμμίζει την υποβάθμιση της βιωματικής εμπειρίας και της ιστορικής μνήμης. Η συλλογική μνήμη, που σε άλλα ποιήματα λειτουργεί ως μηχανισμός αντίστασης και διατήρησης της ταυτότητας, εδώ απειλείται από την ανωνυμία των αλγορίθμων και τη λογική του εύκολου κέρδους, αποκαλύπτοντας πώς η ψηφιακή και οικονομική κυριαρχία μπορεί να υπονομεύει την αυθεντικότητα της ανθρώπινης εμπειρίας και να θέτει σε κρίση τη διαχρονική σύνδεση με το παρελθόν. Παράλληλα, ο ποιητής στηλιτεύει το υλιστικό και καταναλωτικό πνεύμα της σύγχρονης εποχής στο ποίημα «Όσα δεν πρόλαβε το άστρο» (σσ. 60-61) καθώς:
[…] Στήνουν χορούς μελωδίες σε κοσμικά mall
Πληρώνουν τη χαρά τους
-καθόλου παράξενο-
Όλα γεννιούνται στο πετρωμένο χιόνι
Στη βιτρίνα του Άι-Βασίλη
Με τους αφηνιασμένους ταράνδους της Coca-Cola
Όλα σε τάξη κατανάλωσης
Ανύποπτης
-αν κρίνω από το ύφος της νύχτας-
Για το κοριτσάκι με τα σπίρτα
Η σύγχρονη αυτή εικόνα συνδυάζει την ειρωνική απόσταση με μια βαθιά κοινωνική παρατήρηση: η ανθρώπινη ευτυχία και η γιορτινή ατμόσφαιρα μετατρέπονται σε προϊόντα που «πληρώνονται», ενώ η αθωότητα και η ανάγκη για αληθινά βιώματα —παραστατικά συμβολισμένα στο κοριτσάκι με τα σπίρτα— παραμένουν παραμελημένα, υπογραμμίζοντας την αποξένωση του σύγχρονου ανθρώπου από την αυθεντική εμπειρία και την κοινωνική ευαισθησία.
Το Μάτι της Λέξης δεν αρκείται στο να συγκινήσει· επιδιώκει να αφυπνίσει, να προβληματίσει και να ενεργοποιήσει τον/την αναγνώστη/στρια. Σε μια εποχή στην οποία η γλώσσα συχνά αποδυναμώνεται, ο Κώστας Γουλιάμος υπενθυμίζει τη δύναμη της λέξης να βλέπει, να θυμάται και να αντιστέκεται, αναδεικνύοντας τη δυναμική της ποίησης ως εργαλείο κατανόησης της ανθρώπινης εμπειρίας, καθώς ενσωματώνει την ιστορική μνήμη, την κοινωνική κριτική, την πολιτική συνείδηση και την υπαρξιακή αναζήτηση. Η γλώσσα γίνεται όχι μόνο μέσο καλλιτεχνικής έκφρασης, αλλά και όπλο για την αναμέτρηση με την ιστορία, την κοινωνία και τις προσωπικές και συλλογικές συνειδήσεις και αγώνες. Ο Κώστας Γουλιάμος καλεί τον/την αναγνώστη/στρια να ξαναδεί τον κόσμο και να αναλογιστεί τη δύναμη της λέξης, η οποία μπορεί να φωτίσει, να αποκαλύψει και να αναγεννήσει.
Βιβλιογραφία
Γουλιάμος, Κ. (2024). Το Μάτι της Λέξης. Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.
Saussure, F. de (1979). Μαθήματα Γενικής Γλωσσολογίας, μτφρ. Φ. Δ. Αποστολόπουλος. Αθήνα: Παπαζήσης.
Newsletter
BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες
