Η νύχτα ως πατρίδα της ποίησης

[Γιώργος Χρονάς, Τα μαύρα τακούνια, εκδόσεις Οδός Πανός (επανέκδοση) 2026]

Της Τζίνας Καρβουνάκη

Υπάρχουν ποιητικά βιβλία που λειτουργούν ως αφετηρίες. Όχι απλώς ως πρώιμοι σταθμοί μιας διαδρομής, αλλά ως μήτρες ενός ολόκληρου ποιητικού κόσμου που θα αναπτυχθεί και θα μετασχηματιστεί μέσα στον χρόνο. Τα μαύρα τακούνια του Γιώργου Χρονά, που πρωτοεκδόθηκαν το 1979 και επανεκδίδονται σήμερα, το 2026, ανήκουν σε αυτή την κατηγορία. Στη συλλογή αυτή συναντά κανείς, σε συμπυκνωμένη μορφή, όλα σχεδόν τα θεμελιώδη στοιχεία της ποιητικής του: τη νύχτα, το περιθώριο, τη μνήμη, τη γυναικεία μορφή ως φορέα τραύματος και αποκάλυψης, αλλά και τη βαθιά σχέση της ποίησης με τη μαρτυρία.

Οι γυναίκες που κατοικούν αυτά τα ποιήματα είναι μορφές γνώριμες στους αναγνώστες του Χρονά. Θα τις συναντήσουμε ξανά, με διαφορετικά ονόματα ή πρόσωπα, σε μεταγενέστερα έργα του, από τη Γυναίκα της Πάτρας μέχρι τα αυτοβιογραφικά του κείμενα. Πρόκειται για γυναίκες της νύχτας, τραγουδίστριες, πόρνες, εγκαταλελειμμένες ερωμένες, πρόσωπα που ζουν στα όρια της κοινωνικής ορατότητας. Ο Χρονάς δεν τις αντιμετωπίζει ως εξωτικές φιγούρες, αλλά ως φορείς μιας αλήθειας που η επίσημη ιστορία αδυνατεί να καταγράψει. Μέσα από αυτές, συγκροτείται μια αντι-ιστορία της νεότερης ελληνικής εμπειρίας.

Αυτή η επιλογή δεν είναι τυχαία. Από την αρχή της διαδρομής του, ο Χρονάς ενδιαφέρθηκε για τις φωνές που δεν είχαν θέση στο κέντρο. Η αισθητική του οικοδομείται πάνω σε μια βαθιά ηθική στάση: την ανάγκη να δοθεί χώρος στους αφανείς. Η ποίηση γίνεται έτσι πράξη διάσωσης. Ένα αρχείο ζωών που διαφορετικά θα χάνονταν.

Η νύχτα αποτελεί τον φυσικό χώρο αυτών των υπάρξεων. Στον Χρονά, η νύχτα δεν είναι απλώς χρονικό πλαίσιο· είναι υπαρξιακή συνθήκη. Είναι ο χρόνος της αλήθειας, αλλά και της απώλειας. Είναι ο χώρος όπου οι άνθρωποι αποκαλύπτονται, αλλά και όπου χάνονται. Η επαναλαμβανόμενη εικόνα των γυναικών με τα μαύρα τακούνια που περπατούν μέσα στη νύχτα λειτουργεί ως εμβληματικό μοτίβο: μια εικόνα κίνησης και μοναξιάς ταυτόχρονα.

Στην ποίηση του Χρονά, το σώμα κατέχει κεντρική θέση. Είναι σώμα φθαρμένο, εκτεθειμένο, αλλά και σώμα που θυμάται. Η μνήμη δεν είναι αφηρημένη έννοια· είναι εγγεγραμμένη στο σώμα. Τα πρόσωπα αυτά κουβαλούν την ιστορία τους μέσα στις κινήσεις τους, στα αντικείμενά τους, στα ρούχα τους. Ένα ζευγάρι τακούνια, ένα φόρεμα, ένας καθρέφτης γίνονται φορείς μνήμης.

Η σχέση του Χρονά με τη λαϊκή κουλτούρα αποτελεί επίσης βασικό στοιχείο της αισθητικής του. Ο κόσμος των νυχτερινών κέντρων, των τραγουδιών, των μικρών σκηνών διατρέχει όλο το έργο του. Η ποίησή του συνομιλεί διαρκώς με το λαϊκό τραγούδι, όχι μιμητικά, αλλά ουσιαστικά. Υιοθετεί τη λιτότητα, την αμεσότητα, τη συναισθηματική του καθαρότητα.

Αυτή η λιτότητα είναι και το κύριο χαρακτηριστικό της γλώσσας του. Ο Χρονάς αποφεύγει τη ρητορική. Γράφει με τρόπο σχεδόν πεζολογικό, αλλά μέσα από αυτή την απλότητα επιτυγχάνει μια βαθιά ποιητικότητα. Τα ποιήματά του μοιάζουν με μικρές αφηγήσεις, με θραύσματα ζωής. Αυτή η αφηγηματικότητα θα αποτελέσει βασικό στοιχείο και των μεταγενέστερων έργων του, όπου η ποίηση και η πρόζα συχνά συνυπάρχουν.

Ένα ακόμη στοιχείο που διατρέχει όλο το έργο του είναι η εμμονή με τον θάνατο. Στα Μαύρα τακούνια, ο θάνατος εμφανίζεται διαρκώς: ως αυτοκτονία, ως δολοφονία, ως φυσική κατάληξη. Δεν παρουσιάζεται με δραματισμό, αλλά με μια σχεδόν ήρεμη αποδοχή. Αυτή η στάση θα παραμείνει σταθερή στην ποίησή του. Ο θάνατος δεν είναι το τέλος, αλλά μια μορφή παρουσίας. Οι νεκροί συνεχίζουν να κατοικούν τα ποιήματα.

Η επανέκδοση της συλλογής σήμερα μας επιτρέπει να διαβάσουμε το βιβλίο όχι μόνο ως αυτόνομο έργο, αλλά ως μέρος ενός ευρύτερου ποιητικού σύμπαντος. Μπορούμε να αναγνωρίσουμε σε αυτό την αρχή μιας αισθητικής που θα παραμείνει συνεπής για δεκαετίες. Ο Χρονάς είναι από τους λίγους ποιητές της γενιάς του που διατήρησαν μια τόσο αναγνωρίσιμη φωνή.

Ταυτόχρονα, η συλλογή αυτή μας υπενθυμίζει κάτι ουσιαστικό: ότι η ποίηση του Χρονά είναι βαθιά συνδεδεμένη με την πραγματικότητα. Δεν πρόκειται για μια ποίηση αφηρημένη, αλλά για μια ποίηση βιωμένη. Οι μορφές που εμφανίζονται δεν είναι φανταστικές. Είναι πρόσωπα που υπήρξαν, που έζησαν, που χάθηκαν. Ίσως αυτό να είναι το πιο συγκινητικό στοιχείο του βιβλίου. Η αίσθηση ότι κάθε ποίημα αποτελεί μια πράξη μνήμης. Μια προσπάθεια να διασωθεί κάτι από αυτό που χάθηκε.

Σήμερα, διαβάζοντας ξανά Τα μαύρα τακούνια, δεν διαβάζουμε μόνο ένα βιβλίο του 1979. Διαβάζουμε την απαρχή ενός κόσμου που εξακολουθεί να μας αφορά. Διαβάζουμε την αρχή μιας φωνής που δεν έπαψε ποτέ να μιλά για εκείνους που έμειναν στο σκοτάδι.

Και καταλαβαίνουμε ότι, για τον Γιώργο Χρονά, η ποίηση ήταν και παραμένει μια μορφή αγάπης. Μια μορφή πίστης στους ανθρώπους που χάνονται.


BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.