«Αντιγόνη» του Σοφοκλή στο Θέατρο «Ροές»

Μια παράσταση για όλες τις εποχές σε σκηνοθεσία του Θανάση Σαράντου.

Του Λέανδρου Πολενάκη

Η εμβληματική τραγωδία του Σοφοκλή «Αντιγόνη» είναι ολοκληρωτικά διαποτισμένη από την αόρατη παρουσία του Διόνυσου. Στον Σοφοκλή έχουμε την εμφάνεια της Αντιγόνης και την αφάνεια του Διονύσου. Αντίθετα με τις «Βάκχες» του Ευριπίδη, όπου έχουμε την εμφάνεια του Διόνυσου και την αφάνεια της Αντιγόνης. Όπως θα δούμε πιο κάτω, η διαφορά αυτή έσχε επίδραση μοιραία στην εξέλιξη του ανθρώπινου πολιτισμού.

Ελάχιστες είναι οι σκηνοθεσίες της «Αντιγόνης» που έχω παρακολουθήσει τα τελευταία χρόνια, οι οποίες λαμβάνουν υπόψη τους έμπρακτα τον καταλυτικό ρόλο του Διόνυσου σε αυτήν την Τραγωδία. Ανάμεσά τους, η φετινή του Θανάση Σαράντου στο Θέατρο «Ροές». Αποδίδοντας σφαιρικά και όχι μόνο επίπεδα, «δρώντος, ουχί δι’ απαγγελίας», το Δράμα της αφάνειας ή εμφάνειας, της χάσης ή πληρότητας ενός Θεού. Της μείξης, τέλος, σε αυτήν, του θεϊκού με το ανθρώπινο στοιχείο. Πετυχαίνοντας το άλλως ακατόρθωτο: να μας μεταδώσει άμεσα την «οικεία ηδονή», τη συγκίνηση του έργου.  

Θα επιχειρήσω, γι’ αυτό, μια «ανάγνωση» σε πρώτο πρόσωπο της γήινης περιπέτειας του πλάνητα Διόνυσου, σε αντιστοιχία με την σκηνική αποτύπωσή της στην προσέγγιση του Θανάση Σαράντου.  Παράλληλα με την πορεία της Αντιγόνης, εκ ζωής προς θάνατον. Που δεν είναι, όμως, για την ηρωίδα ένα τέλος, αλλά ένας τόπος. Πάντα σε πρώτο πρόσωπο, αρχής γενομένης από τον Λόγο – Τόπο του Θεού.  Ξεκινάμε.  

«Εγώ, ο Διόνυσος, τέκνο του Διός και της θνητής Σεμέλης. Έφθασα, ήρθα, επέστρεψα στον γενέθλιο τόπο μου, τη Θήβα, ως ξένος, αγνώριστος, για να διεκδικήσω  ξανά την εκ Διός καταγωγή μου, που οι συγγενείς μου Θηβαίοι την αρνούνται. Έζησα μια τραυματική γέννηση όταν αποσπάστηκα με βίαιο, βάναυσο τρόπο, πρόωρα, από την κοιλιά της πυρπολημένης από τον Δία καμένης μάνας μου. Έζησα και μια τραυματική παιδική ηλικία, όταν με διαμέλισαν με εντολή της φθονερής Ήρας οι Τιτάνες, για να ψήσουν ύστερα τα κομμάτια μου σε σιγανή φωτιά και να με κατασπαράξουν. Ο Πατέρας μου, Ζευς, με ανέστησε και τιμώρησε τους Τιτάνες με τον κεραυνό του. Τώρα είμαι εδώ, μπροστά στο μνήμα της Άγιας μάνας μου, που τόσο άδικα την κατηγόρησαν για ψεύτρα, αγύρτισσα. Για να αποκαταστήσω την τιμή και υπόληψή της. Αλλά δεν είμαι ακόμη ολόκληρος, ώστε να μπορέσω να διεκδικήσω πάλι την θεϊκή μου υπόσταση από τους συγγενείς μου που δεν με αναγνωρίζουν ως Θεό. Δεν φθάνει μόνο η δύναμή μου για αυτό. Πρέπει πρώτα να επανακτήσω το μειλίχιο ανθρώπινο πρόσωπό μου για με αναγνωρίσουν. Για να ξαναγεννηθώ από μια δεκτική μήτρα γυναίκας και να γίνω πάλι ο Θεός που ήμουν ανέκαθεν: του έρωτα, του κρασιού και της χαράς της ζωής. Αλλιώς θα μείνω για πάντα ο σκοτεινός Θεός του θανάτου, που πέφτω με όλο μου το βάρος επάνω στους θνητούς και τους καταστρέφω, τους καίω, μαζί με ολόκληρη την πόλη τους…»

«Εγώ, η Αντιγόνη. Τέκνο του βασιλιά Οιδίποδα και της βασίλισσας Ιοκάστης. Έζησα ευτυχισμένα, ανέμελα παιδικά χρόνια στη Θήβα, δίπλα στους βασιλικούς γονείς μου, μαζί με τα αδέλφια μου που υπεραγαπούσα. Τον Ετεοκλή, τον Πολυνείκη και την μικρότερη αδελφή μου, την Ισμήνη, που είχα πάντα κάτω από την προστασία μου.  Μέχρι μια μέρα που οι ουρανοί από πάνω μου άρχισαν να σκεπάζονται από πυκνά μαύρα σύννεφα. Το τρομερό μυστικό της αμαρτωλής γέννησής μου, είχε πια αποκαλυφθεί. Ήμουν κόρη και αδελφή συγχρόνως του πατέρα μου, κόρη και εγγονή ταυτόχρονα της μητέρας μου. Και μου ήταν αδύνατο να ανεχθώ τέτοια έσχατη ντροπή. Σαν να μην αρκούσε αυτό, η μητέρα μου, όταν βγήκε στο φως το φρικτό οικογενειακό μυστικό, από απελπισία έβαλε τη θηλειά στο λαιμό της. Ο πατέρας μου, μόλις την αντίκρισε να αιωρείται νεκρή, έβγαλε από απόγνωση με τα δυο του χέρια τα δυο του μάτια. Αλλά τα δεινά της οικογένειάς μου, δεν τελείωσαν εδώ. Πέρασε ένας χρόνος και εγώ, ένα μικρό κορίτσι, μεγαλωμένο απότομα μέσα σε μια μέρα που άλλαξε τα πάντα, εξακολουθούσα να πενθώ. Οι δύο αδελφοί μου, που είχαν συμφωνήσει να βασιλεύουν στη Θήβα εναλλακτικά, ένας τους κάθε χρόνο, ήρθαν σε ρήξη όταν ο Ετεοκλής που είχε ανέβει στον θρόνο πρώτος, αρνήθηκε να παραδώσει στον Πολυνείκη την εξουσία όταν ήρθε η σειρά του και τον εξόρισε. Ο Πολυνείκης κατέφυγε στο Άργος, πήρε ως σύζυγό του την κόρη του βασιλιά Άδραστου, ετοίμασε ένα στράτευμα από Αργείτες και ξεκίνησε για να καταστρέψει την ίδια την πόλη του, τη Θήβα. Η πόλη μας αντιστάθηκε, νίκησε τον αργίτικο στρατό αλλά με ένα θλιβερό τίμημα. Μέσα στην ίδια ημέρα χάθηκαν και οι δύο αδελφοί μου, ο καθένας από το χέρι του άλλου. Και ο Κρέων που ανέβηκε στην εξουσία ως επίτροπος της ανήλικης διαδόχου, εμού, έβγαλε διαταγή παράνομη, να θάψουν με όλες τις τιμές ως υπερασπιστή της πόλης τον ένα μόνο από τους δύο αδελφούς μου, τον Ετεοκλή, και τον άλλον, τον Πολυνείκη, να τον αφήσουν άταφο, έρμαιο στα σκυλιά και στα όρνια, ως βδέλυγμα και μίασμα. Τάζοντας θάνατο φοβερό σε όσους τολμήσουν να παρακούσουν. Η πόλη ολόκληρη έχει φρίξει με την παράνομη απόφαση του θεομάχου και τυράννου Κρέοντα, αλλά φοβάται, τρέμει την οργή του. Ο Θεός Διόνυσος έφθασε στη γενέθλια πόλη του ζητώντας να τον αναγνωρίσει ως τέκνο του Διός αλλά η πόλη  σωπαίνει από φόβο μπροστά στην ανίερη βούληση του βασιλιά. Ο Διόνυσος ετοιμάζει τώρα την τρομερή του εκδίκηση επάνω σε δικαίους και αδίκους. Εκτός αν κάποιος από την πόλη πάρει επάνω του το φταίξιμο και γίνει αυτός αυτόβουλα το ανθρώπινο ανάστημα, ο στύλος που κρατάει στη θέση του τον Ουρανό για να μην πέσει επάνω στη Γη και την κάψει. Ο Διόνυσος έχει στηλώσει επάνω μου τα πελώρια μάτια του  και ζητάει από εμένα, μια θνητή γυναίκα, να γίνω η μήτρα που θα τον δεχτεί και θα τον ξαναγεννήσει. Για να σκοτώσει τον φόβο των ανθρώπων. Άκουσα το κάλεσμα του Θεού και πηγαίνω να θάψω τον αδελφό μου».

Εγώ, ο Κρέων.  

Είμαι αυτός που πάντοτε έχει δίκιο σε όλα. Βρίσκομαι πάντα στη σωστή πλευρά της Ιστορίας.

Εγώ, ο Αίμων. 

Όσοι πιστεύουν σαν εσένα ότι έχουν πάντα δίκιο, αυτοί αν τους ανοίξεις, θα βρεθούνε κούφιοι.  

Εγώ, ο Τειρεσίας. 

Προτού προλάβει ο Ήλιος να κάνει τρεις κύκλους, θα έχεις κιόλας δει πώς τελειώνουν όλα αυτά.

Η σκηνοθεσία του Θανάση Σαράντου (επίσης δραματουργική επεξεργασία, σκηνικά-κοστούμια, φωτισμοί) με επιμέλεια κίνησης του Πλωτίνου Ηλιάδη, στην μνημειώδη μετάφραση του Μίνωα Βολανάκη, πετάει χωρίς κανένα δισταγμό στα σκουπίδια όλες τις λανθασμένες και όχι σπάνια κακόβουλες απόψεις, ότι σε αυτήν την τραγωδία του Σοφοκλή συγκρούονται, τάχα, δύο ισοδύναμα Δίκαια, το «θετό» της Πόλεως και το «φυσικό» των Θεών. Δεν υπάρχουν δύο Δίκαια στην «Αντιγόνη», ένα είναι το Δίκαιο σε αυτήν την τραγωδία, γερμένη «σκανδαλωδώς» από τη πλευρά της Αντιγόνης: Το Δίκαιο του Θεού Διόνυσου, που ενανθρωπίζεται από μια νέα γυναίκα. Και κανένα δίκαιο για τον «μικρομέγα» τύραννο Κρέοντα.  

Πολύ σοφά έφερε την «Αντιγόνη» ο σκηνοθέτης Θανάσης Σαράντος, στη δική μας εποχή, συγκεκριμένα εκείνη της χούντας, μιας και τίποτα σχεδόν δεν έχει αλλάξει από τότε. Κανέναν δεν ξένισε η διαχρονία. Τα ήθη της φυλής των βασανιστών αποδίδονται όπως ήταν στην πραγματικότητα, φαύλα, αλλά με έναν «πειραγμένο» ρεαλισμό, λίγο επίπεδο εξ αιτίας της χρονικής απόστασης που, όμως, επιτρέπει σε όσους τους γνωρίσαμε στην άνοδό τους, να τους αναγνωρίσουμε και στην πτώση, χωρίς το περισσό τους θράσος. Όπως ο έξοχος Κρέων του Θανάση Σαράντου που δίνεται, σωστά μονολιθικά, χωρίς διόλου συναισθηματικές εμπλοκές, ως ένας ψυχρός «φονηάς με λευκό κολλάρο». Οι χαρακτήρες των θυμάτων τους, αντίθετα, προβάλλουν αιχμηροί, σε όλο τους το βάθος. Η νεαρότατη Ρωξάνη Καρφή στον ρόλο της Αντιγόνης είναι μια αληθινή αποκάλυψη, παίζει με όλο της το σώμα, κρατώντας όμως μια απόσταση σωστική από το συναίσθημα, και μόνο στον κομμό της αφήνει να ξεχειλίσει ολόκληρος ο εσωτερικός της κόσμος, ξεσπώντας σε έναν βακχικό χορό. Γίνεται αυτή που ήταν πάντα, η «Βάκχα νεκύων» (Βάκχη ανάμεσα στους νεκρούς) που είδε ο Ευριπίδης στις δικές του «Φοίνισσες». Η άγρια και τρυφερή μαζί, μαινάδα του Διόνυσου. 

Ο Γιάννης Χαρτοδιπλωμένος στους δύο ρόλους (Τειρεσίας και μέλος του πενταμελούς χορού κλειστού χώρου), κατορθώνει να ισορροπήσει το τραγικό με το παράδοξο σε μια γκροτέσκο σύνθεση άκρως ενδιαφέρουσα. Ο Γιάννης Κορρές, ως Αίμων κυρίως, αλλά και ως παιδί Τειρεσία και μέλος του χορού, διαθέτει διαύγεια υποκριτική και σαφήνεια λόγου.  Ο Παναγιώτης Παπαδούλης ως Φύλακας, Εξάγγελος και μέλος του χορού, πείθει. Η Γαλάτεια Μαυρομάτη δίνει με ευαισθησία και λογική μια πολύ ανθρώπινη Ισμήνη που, όμως, διστάζει από αιδημοσύνη να αποβάλει το επίσημο ένδυμα και να σταθεί γυμνή, όπως η Αντιγόνη, απέναντι στη μοίρα. Η Ευρυδίκη της είναι κατακτημένη και η ίδια ως μέλος του χορού διακρίνεται. Ο Βαγγέλης Μάγειρος, ως Άγγελος και ως μέλος του χορού είναι αυτό που λέμε “σωστός”.

Η ωραία μουσική σύνθεση και τα ηχοτοπία είναι του Κωνσταντίνου Ευαγγελίδη. Μουσικός επί σκηνής (κρουστά) ο Ιάκωβος Παυλόπουλος.


BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.