Το ξενοδοχείο της μνήμης και της γλώσσας

Για την έκδοση του θεατρικού έργου του Νάνου Βαλαωρίτη «Το ξενοδοχείο Η νύχτα που πέφτει».

Της Τζίνας Καρβουνάκη

Η έκδοση Το ξενοδοχείο Η νύχτα που πέφτει, με το πρώτο θεατρικό έργο του Νάνου Βαλαωρίτη, δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη προσθήκη στη βιβλιογραφία γύρω από τον ποιητή και τον διανοητή. Aποτελεί κυρίως μια επιστροφή σε μια λιγότερο προβεβλημένη, αλλά βαθιά αποκαλυπτική, πλευρά του έργου του, εκεί όπου η ποίηση συναντά το θέατρο ως πεδίο στοχασμού και ριζικού πειραματισμού.

Το Ξενοδοχείο λειτουργεί εξαρχής ως χώρος μεταβατικός. Δεν είναι μόνο σκηνικό δράσης, αλλά ένας τόπος δοκιμασίας της ταυτότητας, της μνήμης και της γλώσσας. Οι ήρωες δεν ‘κατοικούν’ πραγματικά σε αυτόν τον χώρο· τον διασχίζουν. Όπως διασχίζουν τον χρόνο, τις αναμνήσεις τους, την ίδια τους τη συνείδηση. Η ‘νύχτα που πέφτει’ δεν είναι απλώς μια χρονική μετάβαση, αλλά μια βύθιση στο ασυνείδητο, στο όνειρο, σε εκείνη την υπερρεαλιστική ζώνη όπου η εμπειρία αποσυντίθεται και ανασυντίθεται.

Το θεατρικό κείμενο απομακρύνεται συνειδητά από κάθε συμβατική δραματουργία. Η πλοκή παραμένει ρευστή, ο διάλογος συχνά διαρρηγνύεται, ενώ η γλώσσα αποκτά μια ιδιότυπη αυτονομία. Δεν υπηρετεί απλώς τη δράση, αλλά γίνεται η ίδια το πεδίο όπου γεννιέται το νόημα. Πρόκειται για ένα θέατρο όπου η ποιητική λειτουργία προηγείται της αφηγηματικής και συχνά την υπονομεύει.

Η ανάγνωση του έργου σήμερα φέρνει αναπόφευκτα στον νου τη συνομιλία μου με τον Νάνο Βαλαωρίτη το 2015 για το ιταλικό λογοτεχνικό περιοδικό Verso Dove, η οποία αναδημοσιεύτηκε λίγα χρόνια αργότερα στο περιοδικό Οδός Πανός. Εκεί, ο ποιητής μιλούσε με ξεχωριστή καθαρότητα λόγου για τη σχέση ποίησης και πραγματικότητας, για την ανάγκη το έργο να παραμένει ανοιχτό στον κόσμο και όχι εγκλωβισμένο στο ‘καθαρό εγώ’.

Αυτή ακριβώς η θέση διαπερνά και το Ξενοδοχείο. Οι χαρακτήρες του δεν συγκροτούνται ως ολοκληρωμένες ψυχολογικές μορφές. Είναι φορείς αποσπασματικών εμπειριών, προσωρινές εστίες συνείδησης, περάσματα λόγου και μνήμης. Μέσα από αυτούς, ο Βαλαωρίτης δεν αφηγείται απλώς ιστορίες· χαρτογραφεί καταστάσεις ύπαρξης.

Αντίστοιχα, η γλώσσα δεν λειτουργεί καθησυχαστικά. Δεν εξηγεί, δεν κλείνει νοήματα, δεν προσφέρει βεβαιότητες. Παραμένει ανοιχτή, υπαινικτική, συχνά αμφίσημη. Ο αναγνώστης και ο θεατής καλούνται να αναλάβουν ενεργά το βάρος της ερμηνείας, να συμμετάσχουν στη δημιουργία του νοήματος.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η υπόγεια παρουσία του τραύματος. Όπως ο ίδιος ο Βαλαωρίτης επισήμαινε, το τραύμα στη σύγχρονη γραφή δεν εμφανίζεται πάντοτε ως θεματικός πυρήνας, αλλά ως διάχυτη αίσθηση. Στο Ξενοδοχείο, η ιστορική μνήμη, η υπαρξιακή ανασφάλεια, η αίσθηση ρωγμής του υποκειμένου διαπερνούν σιωπηλά το έργο.

Η έκδοση συνοδεύεται από εκτενή εισαγωγική μελέτη της Βασιλικής Ράπτη, η οποία προσφέρει ουσιαστικά εργαλεία ανάγνωσης. Αναδεικνύει τις σχέσεις του έργου με τον ευρωπαϊκό υπερρεαλισμό, τη γαλλική πρωτοπορία και τη μεταπολεμική ελληνική γραφή, φωτίζοντας έναν δημιουργό που κινήθηκε διαρκώς ανάμεσα σε γλώσσες, είδη και πολιτισμούς, χωρίς να ενταχθεί ποτέ σε ασφαλή σχήματα.

Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης το γεγονός ότι η έκδοση πραγματοποιήθηκε με αφορμή τη σκηνική παρουσίαση του έργου στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Η συνάντηση βιβλίου και παράστασης δεν λειτουργεί εδώ ως απλή συγκυρία, αλλά ως δημιουργική επανενεργοποίηση του κειμένου, ως επιστροφή του λόγου στον φυσικό του χώρο: τη σκηνή.

Μέσα από τη συνομιλία του θεατρικού έργου με τη συνέντευξη, το βιβλίο μετατρέπεται σε ένα ιδιότυπο πνευματικό πορτρέτο. Βλέπουμε τον ποιητή σε δημιουργική ένταση και, ταυτόχρονα, τον ακούμε να στοχάζεται πάνω στη θέση της ποίησης, στη λειτουργία της γλώσσας, στη σχέση παράδοσης και νεωτερικότητας.

Σε μια εποχή όπου η λογοτεχνική παραγωγή συχνά υποκύπτει στη βιασύνη και την ευκολία, το Το ξενοδοχείο – Η νύχτα που πέφτει υπενθυμίζει τη σημασία της αργής, απαιτητικής ανάγνωσης. Δεν είναι ένα βιβλίο που «καταναλώνεται». Είναι ένα βιβλίο που ζητά χρόνο, σιωπή και διαθεσιμότητα.

Η επιστροφή σε αυτό το έργο είναι, για μένα, και μια επιστροφή στη σκέψη του Βαλαωρίτη. Στον τρόπο που μιλούσε, που αμφισβητούσε, που δεν επαναπαυόταν ποτέ. Μέσα από τις σελίδες του Ξενοδοχείου, αναδύεται ξανά εκείνη η ανήσυχη, ελεύθερη, βαθιά σύγχρονη φωνή.

Η ανάγνωση μετατρέπεται έτσι σε μια μορφή σιωπηλής συνομιλίας. Με έναν δημιουργό που δεν μας προσφέρει απαντήσεις, αλλά μας καλεί να μείνουμε μέσα στα ερωτήματα.

Ίσως γι’ αυτό το Ξενοδοχείο παραμένει ανοιχτό. Ένας χώρος επιστροφής, σκέψης και εσωτερικής εγρήγορσης. Ένα μέρος όπου η μνήμη, η γλώσσα και η ποίηση συνεχίζουν, ακόμη και σήμερα, να δοκιμάζουν τα όριά τους.


BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.