Κριτική για τον «Οιδίποδα» του Robert Icke στη Στέγη.
Της Τζίνας Καρβουνάκη
Υπάρχουν παραστάσεις που αντιμετωπίζουν την αρχαία τραγωδία ως «κειμήλιο’» και άλλες που την αναγνωρίζουν ως μηχανισμό εν λειτουργία: έναν ζωντανό μηχανισμό που συνεχίζει να παράγει κρίσιμα ερωτήματα για την ευθύνη, τη γνώση, τη συλλογική συναίνεση και την κατασκευή της αλήθειας. Ο Οιδίποδας του Robert Icke, στη Στέγη, ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία. Πρόκειται για μια παράσταση που δεν αναμετριέται μόνο με το «τι συνέβη» στην ιστορία του βασιλιά της Θήβας, αλλά με το πώς μπορούμε, ή δεν μπορούμε, να γνωρίζουμε τι συνέβη, ποιος ορίζει τα γεγονότα, πώς παράγεται η αφήγηση και πώς η επιθυμία για κάθαρση μπορεί να μετατραπεί σε πολιτική βία ή σε συλλογική τύφλωση.
Ο Icke δεν ανεβάζει τον Σοφοκλή ως έναν τίτλο-σύμβολο. Aνεβάζει το ερώτημα του Σοφοκλή, μεταφέροντάς το σε μια σκηνική γλώσσα απόλυτα σύγχρονη, όπου η τραγωδία μοιάζει με δημόσια διαδικασία, με μια αργή αλλά αμείλικτη έρευνα που εξελίσσεται μπροστά μας σαν ντοκιμαντέρ σε πραγματικό χρόνο. Και σε αυτή την κατεύθυνση, η παράσταση αποκτά την πιο καίρια ποιότητά της: δεν ‘αφηγείται’ τον Οιδίποδα, τον ανακρίνει.
Από τον μύθο στη σκηνή της Στέγης
Στον πυρήνα του σοφόκλειου έργου βρίσκεται μια τρομακτική αντιστροφή: εκείνος που θέλει να σώσει την πόλη από την πανούκλα, καταλήγει να ανακαλύπτει πως ο ίδιος είναι η πηγή του μιάσματος. Η τραγωδία είναι το χρονικό μιας γνώσης που δεν αντέχεται. Όμως ο Icke, αντί να «χτίσει» τη διαδρομή προς την αναγνώριση ως μετωπική αποκάλυψη, την επεξεργάζεται ως θεσμική και επικοινωνιακή διαδικασία, ως πλέγμα αποφάσεων, δημόσιων δηλώσεων, ελέγχου της πληροφορίας.
Έτσι, το ερώτημα δεν είναι μόνο «ποιος είναι ο ένοχος, αλλά και «ποιος έχει το δικαίωμα να ορίζει την ενοχή». Ο Οιδίποδας γίνεται μια φιγούρα ηγέτη που δεν κινείται μόνο από αυτοπεποίθηση ή από υπερηφάνεια, αλλά από το παθολογικά σύγχρονο άγχος της αποτελεσματικότητας. Να βρεθεί λύση, να ειπωθεί κάτι πειστικό, να υπάρξει άμεση αντίδραση μπροστά στον πανικό. Η τραγωδία, έτσι, εντάσσεται στην περιοχή της πολιτικής διαχείρισης της κρίσης: η πόλη δεν είναι ένα φόντο, είναι ένα σώμα σε κατάρρευση που απαιτεί εξηγήσεις.
Παράλληλα, η δραματουργία επιμένει στη βασική αρετή του έργου: το μοτίβο της αναζήτησης. Ο Οιδίποδας είναι ο άνθρωπος που δεν αντέχει το κενό της μη-γνώσης. Και όσο προχωρά, τόσο αποδεικνύεται πως η αναζήτηση της αλήθειας είναι η ίδια ένας μηχανισμός καταστροφής. Η τραγωδία δεν λέει απλώς ότι η αλήθεια πονά. Λέει κάτι πιο σκληρό: ότι η αλήθεια μπορεί να λειτουργήσει σαν μαχαίρι σε χέρι που δεν γνωρίζει πια αν θέλει να θεραπεύσει ή να τιμωρήσει.
Στην εκδοχή του Icke, αυτή η διάσταση γίνεται ορατή μέσα από τον τρόπο που η πληροφορία εμφανίζεται σταδιακά, σαν τεκμήριο που συγκροτείται επί σκηνής. Δεν υπάρχει «μοιραία ομίχλη» με την παραδοσιακή έννοια· υπάρχει ένα ψυχρό, σχεδόν ρεαλιστικό σύστημα αποκάλυψης, όπου κάθε νέα γνώση αλλάζει άμεσα τους όρους της σχέσης ανάμεσα στα πρόσωπα. Η αναγνώριση δεν είναι λυρική κορύφωση, αλλά σοκ λογικής συνέπειας.
Η σκηνοθετική προσέγγιση: σύγχρονη τραγωδία χωρίς αρχαιογνωσία
Ο Robert Icke έχει δείξει διεθνώς ότι τον ενδιαφέρει η αναμέτρηση με τα κλασικά ως σύγχρονο υλικό, όχι ως αναπαράσταση μιας παρελθοντικής αισθητικής. Η Στέγη, ως χώρος, ευνοεί ακριβώς αυτή τη μετατόπιση: εδώ δεν έχουμε την τελετουργία του αρχαίου θεάτρου αλλά την ακρίβεια της σύγχρονης σκηνής, όπου κάθε ανάσα, κάθε παύση, κάθε βλέμμα λειτουργεί ως μονάδα δραματουργίας.
Η σκηνοθεσία επενδύει στη διαφάνεια: δεν «κρύβει» τον μηχανισμό της παράστασης, αλλά τον κάνει μέρος της έννοιας. Η τραγωδία μετατρέπεται σε δημόσιο γεγονός. Κάτι σαν συλλογική ακρόαση όπου ο λόγος αποκτά βαρύτητα πολιτική. Η σκηνική σύνθεση χτίζει ένα περιβάλλον ελέγχου και έκθεσης. Η αίσθηση είναι ότι κανείς δεν μπορεί να μείνει πραγματικά μόνος, κανείς δεν μπορεί να κρυφτεί από το βλέμμα των άλλων ή από την ίδια την ιστορία που επιστρέφει σαν ντοκουμέντο.
Το κρίσιμο είναι πως ο Icke δεν επιδιώκει εντυπωσιακές ‘εξωτερικές’ λύσεις. Το στυλ του είναι βαθιά δραματουργικό: δίνει βάρος στον ρυθμό, στη διαχείριση των μεταβάσεων, στη σταδιακή αύξηση της έντασης μέχρι το σημείο που η αποκάλυψη δεν είναι πια ανεκτή. Έτσι, ο τρόμος δεν προκύπτει από τη θεατρική υπερβολή, αλλά από τη σχεδόν καθημερινή ακρίβεια με την οποία όλα οδηγούνται στο αναπόφευκτο. Και αυτή η ακρίβεια είναι, τελικά, πιο σπαρακτική από τον λυρισμό.
Η παράσταση δεν ζητά από τον θεατή να ‘πιστέψει’ σε έναν μύθο. Του ζητά να παρακολουθήσει μια διαδικασία διάλυσης της βεβαιότητας. Εδώ η τραγωδία δεν είναι το μεγαλειώδες, αλλά το ασφυκτικά ανθρώπινο, όταν ο ήρωας χάνει την ασφάλεια του «εγώ ξέρω ποιος είμαι».
Σε αυτό το σημείο, η σκηνοθεσία συναντά μια από τις πιο σύγχρονες αναγνώσεις του Οιδίποδα: ότι ο ήρωας δεν είναι απλώς θύμα της μοίρας, αλλά θύμα της ίδιας του της ταυτότητας ως κατασκευής. Ο Οιδίποδας είναι εκείνος που στηρίχτηκε στη λογική, στην ευφυΐα, στην επιβολή, στον έλεγχο, και ακριβώς τα εργαλεία αυτά τον οδηγούν στην κατάρρευση. Η τραγωδία γίνεται μια παράσταση για την κρίση της εικόνας που έχουμε για τον εαυτό μας.
Ο χρόνος ως «σιωπηλός χορός»
Μέσα σε αυτή τη σκηνοθετική λογική, η παράσταση εισάγει ένα στοιχείο που δεν λειτουργεί ως σκηνικό εύρημα, αλλά ως χρονικός μηχανισμός. Το ρολόι επί σκηνής λειτουργεί σαν αμείλικτη υπενθύμιση μιας αντίστροφης μέτρησης Το ρολόι γίνεται ένας «σιωπηλός χορός», μια σταθερά που αντικαθιστά την τελετουργική ανάσα της τραγωδίας με κάτι ψυχρότερο και πιο σημερινό: τη χρονική πίεση. Εδώ ο χρόνος δεν είναι μεταφυσική έννοια, αλλά ορατή, μετρήσιμη συνθήκη, που σπρώχνει τον Οιδίποδα προς την αποκάλυψη με την αίσθηση ενός επείγοντος που θυμίζει πολιτική κρίση, δημόσια διαχείριση πανικού, αδιάκοπη ανάγκη για άμεσες απαντήσεις.
Η παρουσία του ρολογιού οργανώνει μια εύγλωττη αντιστροφή. Ενώ στον Σοφοκλή η μοίρα μοιάζει να προηγείται των πράξεων, εδώ οι πράξεις μοιάζουν να προηγούνται της μοίρας, ή, ακριβέστερα, να τη συγκροτούν μέσα στην πίεση του χρόνου. Κάθε σκηνή γίνεται ένα επιπλέον ‘κλικ’ προς την κατάρρευση. Η αναζήτηση της αλήθειας δεν ξεδιπλώνεται ως στοχασμός, αλλά ως ανάκριση που δεν επιτρέπει αναστολή. Η πόλη αρρωσταίνει, ο κόσμος απαιτεί εξηγήσεις, ο χρόνος τελειώνει. Το ρολόι συμπυκνώνει την τραγική ειρωνεία. Ενώ ο Οιδίποδας πιστεύει ότι κινείται προς τη λύση, το κοινό παρακολουθεί το ακριβώς αντίθετο, την αργή, αμετάκλητη ολοκλήρωση της καταστροφής. Και μαζί, ορίζει μια εμπειρία θέασης όπου η τραγωδία δεν μοιάζει ‘παλιά’, αλλά επείγουσα, δεν είναι ένας μύθος, αλλά μια κατάσταση που εκτυλίσσεται υπό το βάρος του χρόνου που δεν συγχωρεί.
Οι ερμηνείες υπηρετούν τη σύγκρουση χωρίς ρητορεία
Ένα από τα μεγαλύτερα στοιχήματα σε μια τόσο σύγχρονη προσέγγιση είναι να μη χαθεί ο ποιητικό παλμός του έργου. Να μη μετατραπεί ο Οιδίποδας σε «έξυπνο πολιτικό θρίλερ» χωρίς τραγική ανάσα. Το κατόρθωμα της παράστασης είναι ότι αυτό δεν συμβαίνει, χάρη στις ερμηνείες, που λειτουργούν σε μια λεπτή ισορροπία ανάμεσα στο ψυχρό και στο σπαρακτικό.
Οι πρωταγωνιστές δεν ερμηνεύουν ρόλους «τραγικό μνημεία», αλλά ως άνθρωποι σε πραγματικό χρόνο, που σκέφτονται, αποφασίζουν, διαψεύδονται, θυμώνουν, επιτίθενται, καταρρέουν. Η ερμηνεία φωτίζει τον Οιδίποδα ως ηγέτη που προσπαθεί να δείξει πυγμή, αλλά ταυτόχρονα ως σώμα που υποφέρει από την ίδια την ένταση του ελέγχου του. Ο θυμός του δεν είναι θεατρική κορύφωση· είναι άμυνα. Και η τελική κατάρρευση δεν μοιάζει με «τιμωρία», αλλά με το φριχτό αποτέλεσμα μιας γνώσης που δεν αφήνει χώρο να υπάρξεις.
Η Ιοκάστη λειτουργεί ως η πιο οδυνηρή φιγούρα της παράστασης: όχι μόνο επειδή φέρει το οικογενειακό μυστικό, αλλά γιατί ενσαρκώνει τη βαθιά ανθρώπινη επιθυμία να σταματήσει η αλήθεια για να σωθεί η ζωή. Η ερμηνεία της δεν είναι απλώς «μητρική’ ή ‘τραγική». Είναι πολιτικά και υπαρξιακά εύστοχη. Δείχνει την απόγνωση ενός προσώπου που καταλαβαίνει πως η γνώση δεν θα οδηγήσει σε λύτρωση, αλλά σε ολοκληρωτική ερείπωση.
Ο Κρέων, από την άλλη, δεν παρουσιάζεται ως μονοδιάστατος αντίπαλος, αλλά ως ενσάρκωση της θεσμικής λογικής που συγκρούεται με την προσωπική αλαζονεία του Οιδίποδα. Οι μεταξύ τους σκηνές αποκτούν ένταση όχι επειδή υψώνονται φωνές, αλλά επειδή γίνεται φανερό ότι εδώ παίζεται κάτι πολύ πιο σύνθετο: η διαχείριση της εξουσίας, η δυναμική της υποψίας.
Ο Τειρεσίας, ο «φορέας της αλήθειας» σε αυτή την εκδοχή δεν εμφανίζεται ως μυστηριακός μάντης, αλλά ως ριζικά αντισυμβατικός μάρτυρας. Δεν είναι η μορφή που επιβεβαιώνει το μυστικιστικό στοιχείο της τραγωδίας, αλλά εκείνος που αρνείται να συμμετάσχει σε ένα παιχνίδι όπου όλοι θέλουν την αλήθεια μόνο αν τους συμφέρει. Η σκηνή της σύγκρουσης με τον Οιδίποδα αποκτά έτσι χαρακτήρα σύγχρονου διαλόγου για την ευθύνη της γνώσης. Πότε η αλήθεια γίνεται όπλο; Και ποιος αντέχει να την ακούσει;
Το σύνολο λειτουργεί πειθαρχημένα, χωρίς περιττές επιδείξεις. Η τραγωδία εδώ δεν χρειάζεται ρητορικές κορώνες. Έχει την εσωτερική δυναμική της έντασης. Οι ηθοποιοί υπηρετούν αυτή τη δυναμική με ακρίβεια. Η παράσταση προχωρά σαν ομαδική πράξη, όχι σαν σόλο πρωταγωνισμού.
Το τελικό αποτέλεσμα: μια αντι-λυτρωτική κάθαρση
Στον κλασικό ορίζοντα της τραγωδίας, η κάθαρση συχνά σχετίζεται με μια μορφή ηθικής τάξης που αποκαθίσταται, έστω και μέσα από την τιμωρία. Ο Οιδίποδας όμως είναι ίσως το πιο σκληρό τραγικό παράδειγμα: δεν επαναφέρει τάξη, αλλά αποκαλύπτει ότι η τάξη ήταν ψευδαίσθηση. Ο Robert Icke, στη Στέγη, καταφέρνει να μην ‘κλείσει’ το έργο με ασφάλεια. Η τελική κατάσταση δεν μοιάζει λυτρωτική. Είναι απογυμνωτική.
Και αυτό είναι το βαθύτερο πολιτικό και υπαρξιακό σχόλιο της παράστασης: ότι η αλήθεια δεν είναι πάντα σωτήρια. Μερικές φορές είναι η στιγμή κατά την οποία βλέπουμε, καθαρά, πως δεν υπάρχει τρόπος να επιστρέψουμε στο πριν.
Ο θεατής φεύγει όχι με την αίσθηση μιας μεγάλης σκηνικής αναπαράστασης ενός μύθου, αλλά με το βάρος μιας εμπειρίας. Η τραγωδία αφορά την ίδια τη ζωή μας, την εποχή μας, την ανάγκη μας για εξηγήσεις, την αδυναμία μας να αντέξουμε την ευθύνη του να γνωρίζουμε.
Επίλογος
Ο Οιδίποδας του Robert Icke στη Στέγη είναι μια παράσταση που μετατρέπει τον Σοφοκλή σε σύγχρονη, ανελέητη ερώτηση: αν η αλήθεια είναι αναπόφευκτη, είμαστε ικανοί να την αντέξουμε;
Δεν πρόκειται για έναν «εκσυγχρονισμό» χάριν εντυπωσιασμού, αλλά για μια αυστηρή, χειρουργική ανάγνωση της τραγωδίας ως δημόσιου μηχανισμού ενοχής και αυτογνωσίας. Με δυνατή δραματουργική συνοχή, σκηνοθετική καθαρότητα και ερμηνείες που δουλεύουν πάνω στην ένταση της ανθρώπινης κατάρρευσης, ο Icke προσφέρει έναν Οιδίποδα που δεν μας αφήνει να κρυφτούμε πίσω από τον μύθο.
Και αυτό είναι, τελικά, η πιο σύγχρονη μορφή τραγικού: να μην μπορείς να πεις «δεν με αφορά».
Γιατί εδώ, η τύφλωση δεν έρχεται ως τιμωρία. Έρχεται ως το μόνο καταφύγιο όταν η γνώση γίνεται αβάσταχτη.
Newsletter
BookSitting| βιβλία, τέχνες, ιδέες
