Ανάμεσα στη λήθη και τον μύθο: η ιταλική κατοχή της Ελλάδας

[Paolo Fonzi, Η ιταλική κατοχή της Ελλάδας (1941-43), μτφρ. Αχιλλέας Καλαμαράς, εκδόσεις Ασίνη, 2025]

Της Τζίνας Καρβουνάκη

Το βιβλίο Η ιταλική κατοχή της Ελλάδας (1941-43) του Paolo Fonzi αποτελεί μία από τις σημαντικότερες συνεισφορές των τελευταίων ετών στη μελέτη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ανατολική Μεσόγειο. Το έργο αντιμετωπίζει ένα ιστοριογραφικό ζήτημα που έχει παραγκωνιστεί για πολύ καιρό, την ιταλική κατοχή της Ελλάδας μεταξύ 1941 και 1943, αποκαθιστώντας την ιστορική πολυπλοκότητα, το ερμηνευτικό βάθος και την πολιτική σημασία του. Με αυτόν τον τρόπο, το βιβλίο όχι μόνο καλύπτει ένα κενό στις μελέτες, αλλά παρεμβαίνει άμεσα στη ευρωπαϊκή συζήτηση ως προς τη μνήμη της κατοχικής περιόδου και τις ευθύνες των δυνάμεων του Άξονα.

Η ιταλική ιστοριογραφία, όσον αφορά την κατεχόμενη Ελλάδα, έχει παραδοσιακά δώσει προτεραιότητα, στην περίοδο μετά τις 8 Σεπτεμβρίου 1943, όταν ο γερμανικός έλεγχος έγινε άμεσος και συστηματικός, αφήνοντας στη σκιά την προηγούμενη φάση, που χαρακτηριζόταν από την ιταλική παρουσία σε πάνω από το ήμισυ του ελληνικού εδάφους. Ο Fonzi ανατρέπει αυτή την προοπτική, δείχνοντας ότι η φάση 1941-43 είναι κάθε άλλο παρά περιθωριακή: αντιθέτως, αποτελεί ένα αποφασιστικό σημείο για την κατανόηση της εμφάνισης της Αντίστασης στον ελλαδικό χώρο ως μαζικού κινήματος και της διαστρωμάτωσης των διαφορετικών αναμνήσεων σχετικά με την κατοχή.

Το ισχυρό σημείο του τόμου έγκειται πρωτίστως στην έκταση και την ποιότητα της αρχειακής έρευνας. Ο Fonzi εργάζεται πάνω σε ένα πολυγλωσσικό και διακρατικό σώμα εγγράφων, ιταλικών, ελληνικών, γερμανικών, βρετανικών ανθρωπιστικών πηγών, διαδικασία που επιτρέπει μια πολυπροοπτική ανακατασκευή των γεγονότων. Αυτή η προσέγγιση επιτρέπει να ξεπεραστεί τόσο μια ιταλοκεντρική αφήγηση, όσο και μια μονοδιάστατη όψη της κατοχικής περιόδου, αποκαθιστώντας ένα πλαίσιο διαπλεκόμενο από συγκρούσεις συμφερόντων, ενδοαξονικές αντιπαλότητες και βαθιές εδαφικές ασυμμετρίες.

Ένας από τους βασικούς άξονες της ανάλυσης είναι η ανακατασκευή των φιλοδοξιών του φασισμού στα Βαλκάνια. Η κατοχή της Ελλάδας εντάσσεται από τον Fonzi στο ευρύτερο σχέδιο επέκτασης της Ιταλίας στη Μεσόγειο, η οποία χαρακτηρίζεται από επεκτατικές και εθνικιστικές επιδιώξεις, πολιτικές αποεθνικοποίησης και προσπάθειες άμεσου ελέγχου στρατηγικών περιοχών, όπως τα Ιόνια Νησιά. Ωστόσο, αυτές οι φιλοδοξίες έρχονται συνεχώς σε σύγκρουση με την τοπική πραγματικότητα: έλλειψη πόρων, διοικητική ευθραυστότητα, τοπική αντίσταση και, τελευταίο αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, την ενοχλητική παρουσία του γερμανικού συμμάχου, που επιβάλλει περιορισμούς και επηρεάζει τις ιταλικές επιλογές.

Σε αυτό το πλαίσιο, το βιβλίο προτείνει μια ιδιαίτερα πρωτότυπη ερμηνεία της πείνας τον χειμώνα 1941-42, θεωρώντας την όχι ως απλή παράπλευρη συνέπεια του πολέμου, αλλά ως πραγματικό μέσο εξουσίας. Η πείνα γίνεται το πρίσμα μέσω του οποίου διαβάζεται η κατοχή: είναι το αποτέλεσμα του αποικιοκρατικού τύπου οικονομικών πολιτικών, του αποκλεισμού των προμηθειών, της αποδιοργάνωσης του παραγωγικού μηχανισμού και της υποταγής του άμαχου πληθυσμού στις στρατιωτικές ανάγκες των κατακτητών. Ο Fonzi δείχνει με σαφήνεια πώς η πρόσβαση στα τρόφιμα μετατρέπεται γρήγορα σε ένα κεντρικό πολιτικό ζήτημα, ικανό να επαναπροσδιορίσει τις σχέσεις ισχύος, τις συμμαχίες και τις κοινωνικές συγκρούσεις.

Η πείνα πλήττει άνισα το ελληνικό έδαφος: οι μεγάλες πόλεις και τα νησιά του Αιγαίου γνωρίζουν δραματικά επίπεδα θνησιμότητας, ενώ ορισμένες αγροτικές περιοχές καταφέρνουν, τουλάχιστον αρχικά, να εφαρμόσουν στρατηγικές προσαρμογής. Ωστόσο, η συνολική κατάρρευση του κράτους, το οποίο στάθηκε ανίκανο να εγγυηθεί τον εφοδιασμό, την ασφάλεια και τη δημόσια τάξη, δημιούργησε ένα κενό εξουσίας το οποίο άνοιξε νέους χώρους κινητοποίησης. Σε αυτό το πλαίσιο ο Fonzi τοποθετεί την άνοδο της ελληνικής Αντίστασης, προτείνοντας μια ερμηνεία που δίνει προτεραιότητα στους υλικούς και κοινωνικούς παράγοντες έναντι των αποκλειστικά ιδεολογικών εξηγήσεων.

Η ερμηνεία του συγγραφέα τοποθετείται συνειδητά σε κριτικό διάλογο με τη ιστοριογραφική συζήτηση για την ελληνική Αντίσταση. Χωρίς να αρνείται την πολιτική και ιδεολογική διάσταση του αντιστασιακού κινήματος, ο Fonzi επιμένει στον αποφασιστικό ρόλο που διαδραμάτισαν η πείνα, η υπεράσπιση των συγκομιδών και η ικανότητα των ανταρτικών οργανώσεων να αποκαταστήσουν κάποιες μορφές τάξης και δικαιοσύνης στην ύπαιθρο. Με αυτόν τον τρόπο, η Αντίσταση αναδύεται ως μια απάντηση σε μια κρίση επιβίωσης, πριν ακόμη από ένα ολοκληρωμένο πολιτικό σχέδιο, ριζώνοντας σε άμεσες και κοινές ανάγκες.

Μια άλλη σημαντική συμβολή του βιβλίου αφορά την αποδόμηση του μύθου των «καλών Ιταλών». Μέσα από μια λεπτομερή ανάλυση των πρακτικών της κατοχής, ο Fonzi τεκμηριώνει ότι και ο ιταλικός στρατός, ειδικά από το 1942 και μετά, κατέφυγε σε συστηματικές κατασταλτικές πολιτικές: εσωτερικές μετακινήσεις πληθυσμών, πυρπόληση χωριών, καταστροφή τροφίμων και σφαγές αμάχων, όπως στην εμβληματική περίπτωση του Δομένικου. Αν και αναγνωρίζει τις διαφορές σε κλίμακα και ριζοσπαστικότητα σε σχέση με τη ναζιστική βία, ο συγγραφέας δείχνει ότι η ιταλική κατοχή δεν μπορεί να ερμηνευθεί με καλοπροαίρετο ή πατερναλιστικό τρόπο, αλλά πρέπει να κατανοηθεί στο πλαίσιο μιας αποικιακής και αυτοκρατορικής λογικής.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης η προσοχή που δίνεται στις μορφές μη ένοπλης αντίστασης και στη πολιτιστική διάσταση της ένοπλης σύρραξης. Ο Fonzi χρησιμοποιεί πηγές όπως λαϊκά τραγούδια, σάτιρες και γελοιογραφίες για να ανακατασκευάσει την ελληνική αντίληψη για τους Ιταλούς κατακτητές, οι οποίοι συχνά ήταν αντικείμενο χλευασμού και περιφρόνησης. Αυτές οι πρακτικές καθημερινής χλεύης ερμηνεύονται ως μορφές ‘μοριακής αντίστασης’, ικανές να υπονομεύσουν έστω συμβολικά την εξουσία των κατακτητών και να ενισχύσουν το αίσθημα της συλλογικής ταυτότητας.

Τέλος, το βιβλίο εξετάζει τον επίλογο της ιταλικής κατοχής, που σηματοδοτήθηκε από την ανακωχή της 8ης Σεπτεμβρίου 1943 και την επακόλουθη γερμανική επιχείρηση αφοπλισμού. Ο Fonzi αναφέρεται στην πολυπλοκότητα των επιλογών των Ιταλών στρατιωτών στην Ελλάδα: από την ένοπλη αντίσταση έως τη συνεργασία με τους Έλληνες αντάρτες, αλλά και στις περιπτώσεις συνεργασίας με τις ναζιστικές δυνάμεις. Και σε αυτή τη φάση, ο συγγραφέας αποφεύγει τις απλουστεύσεις, επιμένοντας στην πολλαπλότητα των ατομικών και συλλογικών επιλογών.

Η αξία του έργου αναγνωρίστηκε και σε διμερές επίπεδο. Το βιβλίο μεταφράστηκε στα ελληνικά από τον εκδοτικό οίκο Ασίνη, με επιχορήγηση του Υπουργείου Εξωτερικών και Διεθνούς Συνεργασίας, και θα παρουσιαστεί στο Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο στις 5 Φεβρουαρίου, σε μια εκδήλωση που επιβεβαιώνει τη σημασία του βιβλίου στο πλαίσιο του ιστορικού διαλόγου μεταξύ Ιταλίας και Ελλάδας. Αυτή η μετάφραση δεν αποτελεί απλώς ένα εκδοτικό γεγονός, αλλά μια πολιτιστική και πολιτική πράξη: μαρτυρά τη βούληση να αντιμετωπιστεί ένα κοινό παρελθόν, που συχνά απομακρύνεται ή απλοποιείται, μέσω των εργαλείων της ιστορικής έρευνας.


BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.