Ένας σύγχρονος και τολμηρός διάλογος με το έργο του Σάμουελ Μπέκετ, μέσα από την παρωδία και τη σκηνική ανατροπή.
Της Τζίνας Καρβουνάκη
Η Σοφία Φιλιππίδου, μια ανήσυχη, πολυσχιδής παρουσία του ελληνικού θεάτρου, μας προσκαλεί στον ιδιαίτερο κόσμο της νέας της παράστασης «Συγγνώμη Κύριε Μπέκετ», που παρουσιάζεται αυτήν την περίοδο στον χώρο «Το μαγαζάκι της τ3χνης» (Ναυάρχου Νοταρά 60, Εξάρχεια). Πρόκειται για μια παράσταση που γεννιέται μέσα σε έναν μικρό, ζωντανό πυρήνα καλλιτεχνικής εγγύτητας, εκεί όπου η σκηνή δεν είναι απλώς ένας τόπος αναπαράστασης, αλλά μια συνθήκη επικοινωνίας, μια κοινότητα θεατών και δημιουργών.
Το έργο φέρει τη σφραγίδα της Φιλιππίδου ως δημιουργού. Υπογράφει το θεατρικό κείμενο το οποίο κυκλοφορεί σε βιβλίο από τις εκδόσεις Οδός Πανός, εμπλουτίζοντας το αποτύπωμά του πέρα από τη σκηνική του ζωή. Ωστόσο, η δύναμη του εγχειρήματος βρίσκεται κυρίως στη θεατρική του υλικότητα: στην άμεση, χειροποίητη ενέργεια της παράστασης, στο ζωντανό βλέμμα που μεταμορφώνει το κείμενο σε σκηνικό γεγονός.
Η παράσταση κινείται στη σκιά του Σάμουελ Μπέκετ, αλλά δεν περιορίζεται στη μίμηση ή στη φιλολογική αναφορά. Αντιθέτως, επιλέγει έναν δρόμο πιο ριψοκίνδυνο: τον δρόμο της παρωδίας ως μορφής βαθιάς οικειότητας. Δύο ήρωες, κυνηγημένοι από έναν κόσμο που εξοστρακίζει την ιδιαιτερότητα, εγκαταλείπουν την πόλη και βρίσκουν καταφύγιο σε ένα καμένο δάσος. Εκεί, αποφασίζουν να στήσουν τη δική τους παράσταση: να παίξουν τον Γκογκό και τον Ντιντί, να επαναλάβουν το Περιμένοντας τον Γκοντό, αλλά και να το διαλύσουν από μέσα. Η αναμονή γίνεται χειρονομία αντίστασης, ενώ η ίδια η θεατρικότητα μετατρέπεται σε μέσο επιβίωσης.
Η μεγάλη ανατροπή έρχεται όταν ο Γκοντό εμφανίζεται επί σκηνής, ένα συμβάν σχεδόν βλάσφημο για το σύμπαν του Μπέκετ, που εδώ γίνεται σκόπιμη «παραβίαση». Το αποτέλεσμα είναι ένα σκηνικό ξεχαρβάλωμα, ένας σκόπιμος εκτροχιασμός όπου το παράλογο αποκτά ένταση κωμικοτραγική, σχεδόν εκρηκτική. Οι αποκαλύψεις, οι συγκρούσεις, οι υπερβολές, ακόμη και η ακραία θεατρική κλιμάκωση (ως και το στοιχείο του φόνου) δεν λειτουργούν ως εύκολη πρόκληση, αλλά ως μια διαρκής υπόμνηση ότι το θέατρο μπορεί να γίνει τόπος όπου η πραγματικότητα, το όνειρο και η φαντασίωση συμπλέκονται αδιαχώριστα.
Η σκηνοθετική γραφή της Φιλιππίδου έχει ιδιαιτερότητα: μοιάζει να κρατά με το ένα χέρι τη φόρμα του παραλόγου και με το άλλο να την τραβά προς μια πιο άμεση σκηνική γλώσσα. Στο υλικό της παράστασης αναγνωρίζει κανείς ίχνη από επιθεωρησιακό νεύρο, από μπρεχτικές αποστασιοποιήσεις, από τραγικές αποχρώσεις, που περνούν σαν ψίθυρος πίσω από το γέλιο. Το θέατρο εδώ δεν είναι «καθαρό» είδος· είναι κράμα, σύγκρουση, παιχνίδι. Και μέσα σε αυτή τη ρευστότητα κερδίζει την πιο ουσιαστική του λειτουργία: την ελευθερία.
Οι ερμηνείες υπηρετούν αυτή την πρόθεση με ενέργεια και συνοχή. Οι δύο βασικοί χαρακτήρες κρατούν τον πυρήνα της παράστασης με ρυθμό, εσωτερική ένταση και κωμική ακρίβεια. Γύρω τους, ο θίασος λειτουργεί ως σύνολο: οι ηθοποιοί κινούνται με πειθαρχία αλλά και παιγνιώδη τόλμη, δημιουργώντας μια συλλογική σκηνική αναπνοή. Ο μικρός χώρος της «τ3χνης» δεν περιορίζει την παράσταση· αντίθετα, την ενισχύει. Εδώ η σωματικότητα των ηθοποιών γίνεται αμεσότητα και το βλέμμα του θεατή γίνεται συμμέτοχο.
Το σκηνικό περιβάλλον, λιτό και εύγλωττο, λειτουργεί ατμοσφαιρικά: ένα καμένο τοπίο που υπαινίσσεται οικολογική καταστροφή, κοινωνική ερημία, αλλά και ψυχική στάχτη. Τα κοστούμια, επίσης επιμελημένα από την ίδια τη δημιουργό, κινούνται ανάμεσα στο καθημερινό και στο αλλόκοτο, επιτρέποντας στις μορφές να μοιάζουν ταυτόχρονα οικείες και αποσπασμένες από τον χρόνο.
Πίσω από το γέλιο υπάρχει κάτι που διαρκώς επιστρέφει: μια υπαρξιακή ερώτηση. Τι κάνουμε όταν ο κόσμος γίνεται εχθρικός; Περιμένουμε ή δρούμε; Παραδινόμαστε στην αναμονή ή επινοούμε τον δικό μας τρόπο να την αναιρέσουμε; Η Φιλιππίδου δεν δίνει απαντήσεις· στήνει επί σκηνής έναν μηχανισμό όπου η απελπισία και η φαντασία παλεύουν σώμα με σώμα. Και εκεί, μέσα σε αυτή τη σύγκρουση, γεννιέται η πιο ουσιαστική αίσθηση της παράστασης: ότι η τέχνη δεν είναι διακόσμηση της ζωής, αλλά τρόπος να την αντέξεις.
Η έκδοση του έργου σε βιβλίο από τις εκδόσεις Οδός Πανός λειτουργεί ως σημαντικό συμπλήρωμα: καταγράφει το θεατρικό κείμενο και δίνει τη δυνατότητα μιας δεύτερης ανάγνωσης, πιο ήσυχης και στοχαστικής. Όμως η παράσταση αποδεικνύει κάτι καθοριστικό: ότι αυτό το έργο, όσο κι αν διαβάζεται με ενδιαφέρον, αποκτά τη μεγαλύτερη αλήθεια του όταν γίνεται σώμα, φωνή, ένταση, παιχνίδι.
Το «Συγγνώμη Κύριε Μπέκετ» είναι μια παράσταση που ρισκάρει. Παρωδεί με αγάπη, ανατρέπει χωρίς να καταστρέφει, γελά χωρίς να αποφεύγει το σκοτάδι. Και τελικά αφήνει στον θεατή κάτι σπάνιο: μια αίσθηση ότι το θέατρο μπορεί ακόμη να είναι τόπος όπου το παράλογο δεν μας νικά – αλλά μετατρέπεται σε δημιουργική δύναμη.
Συντελεστές
Σκηνοθεσία/Κοστούμια/Καλλιτεχνική επιμέλεια/Φωτογράφιση: Σοφία Φιλιππίδου
Μουσική: Μιχαήλ-Εφραίμ Τσουμπός, Σάββας Παριανός
Σκηνικά/Αφίσα: Κώστας Φωτόπουλος
Παίζουν: Μάριος Καλογεράκης, Παναγιώτης Καλούδης, Αποστόλης Κεπεσίδης, Κωνσταντίνα Λαμπροπούλου, Λάμπρος Πρέντζας, Ασημένη Τούντα, Μιχαήλ-Εφραίμ Τσουμπός, Ειρήνη Τσώλη, Ευτυχία Φραντζεσκάκη, Νίνα Φωτιάδου
Newsletter
BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες
