Κατερίνα Τσιλιαγκού | Θέρος εξ ακανθών

Κατακαλόκαιρο
και μεις τείχη αδιαπέραστα σ’ ένα ακόμη εφήμερο ορθώναμε.
Φραγκοσυκιές
με τα κλωνάρια τους τ’ αχτένιστα, φυτεύαμε τριγύρω μας,
να διώχνουν καθε επίδοξο εισβολέα.
Μα κείνος δε ρωτά…
Αγνόησε το ρόπτρο απ’τη μοναδική πύλη εισόδου επιδεικτικά,
λαθραία πέρασε,
μαζί του με παρέσυρε
και τώρα τις πληγές μου θα μετρώ
κλαίγοντας στα κρυφά,
στην άκρη της ξερολιθιάς,
πλάι στ’ αδάμαστα αγρίμια που ‘θρεφες ολοχρονίς
για να σε προστατεύουν από κάθε παρουσία.

Ο ήλιος έψηνε το έδαφος
που χρόνια ατέλειωτα αναζητάμε
ως κλίνη των χωμάτινων ονείρων μας,
ως στρώμα ιδανικό για τα φθαρτά κορμιά μας.
Το χώμα έκαιγε και πάνω του έσκαγαν απότομες, βαθιές ρωγμές,
λες κι άνωθεν,
ένας αόρατος, επίμονος γεωργός
πασχίζει απεγνωσμένα
τις ξαπλωμένες σάρκες μας να οργώσει.
Τα μάτια σφάλισαν μπροστά στη λαύρα,
φλέβες σφυροκοπούσαν ανελέητα στα μηνίγγια,
στάζανε φωτιά.
Γίνηκε πάλι μούσκεμα η ψυχή μου.

Το λάθος παίρνω ολάκερο στην πλάτη μου
Χέρια δεν τόλμησα ποτέ στο πλάι ν’ απλώσω
Είχα την έγνοια απο παιδί πως γίνονται φτερά ανοιχτά,
κάποτε είπαν ο ήλιος το κερί τ’ανάμεσα το λιώνει.
Ο φόβος για τη φορεσιά σου την αγκαθωτή μέστωσε απότομα,
γίνωσε μες στο απομεσήμερο.
Δεν πρόλαβα,
δεν μπόρεσα ποτέ να το χωνέψω
πως τούτη την πανοπλία έχουμε μονοφόρι,
να κρύβει τα κομμάτια μας στης μέρας το ζενίθ.
Κείνο που δεν μπορούμε να ‘χουμε,
το απόρθητο ποθούμε,
πίσω από κάθε λογής συρματοπλέγματα.
Θ-έρως.


Φωτογραφία: Jametlene Reskp

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.