Friedrich Schiller | Το μυστικό (μτφρ. Αντώνης Κερασνούδης)

Το μυστικό

Λέξη δεν μπορούσε να μου πει,
καθότι λαθρακουστές αγρυπνούσανε πολλοί,
μοναxά το βλέμμα της ρωτούσα ντροπαλά,
και κατάλαβα τι εννοούσε παρ’ όλ’ αυτά.
Αθόρυβα εμβαίνω στη σιωπή σου,
ολάνθιστη οξιά με τη σκηνή σου,
κρύψε στον πράσινό σου τον μανδύα,
τους ερωτευμένους απ’ του κόσμου την εποπτεία.

Μακρόθεν, με βοή συγκεχυμένη,
μοχθεί η μέρα απησχολημένη,
και στων φωνών τον κούφιο βρυχηθμό
αναγνωρίζω σφυροκόπημα κραταιό.
Έτσι o άνθρωπος κοπιάζει,
από παράδεισο σκληρό, τον πενιχρό του κλήρο αρπάζει,
μα η ευτυχία αποκτάται με ξενοιασιά,
σαν πέφτει απ’ των Θεών την αγκαλιά.

Είθε οι άνθρωποι να μην αφουγκραστούν,
της αληθινής αγάπης μας την ευτυχία!
Μόνο τη χαρά μας να διαταράξουν μπορούν,
μιας και δεν έχουν γευτεί τέτοια ευφορία.
Ο κόσμος πάντα την ευτυχία αποτρέπει,
μόνο σαν θήραμα την υφαρπάσει,
γι’ αυτό να την κλέψεις τώρα πρέπει,
προτού ο φθόνος σε αιφνιδιάσει.

Στις μύτες των ποδιών αθόρυβα γλιστράει,
τη σιωπή και τη νύχτα αγαπάει,
με γoργά βήματα δραπετεύει
εκεί όπου ο προδότης παραμονεύει.
Ω πηγή ευγενική,
τύλιξε γύρω μας ρεύμα πλατύ,
απειλώντας με κύματα οργισμένα,
υπερασπίσου τώρα τ’ αγιασμένα.

(Μετάφραση: Αντώνης Κερασνούδης)

Das Geheimnis

Sie konnte mir kein Wörtchen sagen,
Zu viele Lauscher waren wach,
Den Blick nur durft ich schüchtern fragen,
Und wohl verstand ich, was er sprach.
Leis komm′ ich her in deine Stille,
Du schön belaubtes Buchenzelt,
Verbirg in deiner grünen Hülle
Die Liebenden dem Aug′ der Welt.

Von ferne mit verworrnem Sausen
Arbeitet der geschäft′ge Tag,
Und durch der Stimmen hohles Brausen
Erkenn′ ich schwerer Hämmer Schlag.
So sauer ringt die kargen Lose
Der Mensch dem harten Himmel ab,
Doch Ieicht erworben, aus dem Schoße
Der Götter fällt das Glück herab.

Daß ja die Menschen nie es hören,
Wie treue Lieb′ uns still beglückt!
Sie können nur die Freude stören,
Weil Freude nie sie selbst entzückt.
Die Welt wird nie das Glück erlauben,
Als Beute wird es nur gehascht,
Entwenden mußt du′s oder rauben,
Eh dich die Mißgunst überrascht.

Leis auf den Zähen kommt′s geschlichen,
Die Stille liebt es und die Nacht,
Mit schnellen Füßen ist′s entwichen,
Wo des Verräters Auge wacht.
O schlinge dich, du sanfte Quelle,
Ein breiter Strom um uns herum,
Und drohend mit empörter Welle
Verteidige dies Heiligtum.


Λίγα λόγια για τον ποιητή από τον μεταφραστή

Ποιος είναι αυτός που παρατηρεί από το δυσθεώρητο ύψος του λυρισμού του τα πράγματα; Πίσω από ποιον νου κρύβεται η ρίμα που θέλγει συνεχώς την κοινή γνώμη στη διεκδίκηση του “ωραίου”; Σε ποιανού το πρόσωπο η πλήξη και η ανία εν καιρώ Βαϊμάρης μετουσιώνονται σε μινωϊκό λαβύρινθο και περιέργεια;

Για να αγγίξουμε, έστω και στο ελάχιστο, τον λυρισμό του Friedrich Schiller και τη φλόγα που έκαιγε μέσα του, πρέπει να περάσουμε μέσα από τα έπη του Ομήρου, τη Θεία Κωμωδία του Δάντη και να καταλήξουμε στην «Ωδή στη Χαρά», την ίδια που ενέπνευσε τον Ludwig van Beethoven. Ό,τι υπήρξε η τοιχογραφία του αρχαϊκού κόσμου για τον Όμηρο, οι πέτρινες ρίμες για το Δάντη, ήταν και η συμπυκνωμένη σε στίχους σοφία του σύγχρονου κόσμου για τον ποιητή, θεατρικό συγγραφέα και φιλόσοφο της αισθητικής Schiller. O «σιλλερισμός”, ως υψηλότερη μορφή του ιδεαλισμού, κατόρθωσε να χαρίσει στον άνθρωπο όχι μονο τα εντονότερα αρώματα του ευρωπαϊκού ρομαντισμού, αλλά και να εμποτίσει την ύπαρξή μας με το αίσθημα του μαζικού πεπρωμένου, της προσευχής στο ωραίο, της μόνης βωβής και κρυφής οδού για την προσέγγιση του ίδιου μας του εαυτού.

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.