Aμέθυστος
Κρυφά, για τη χαμένη μας αγάπη
παραπονιέσαι σιωπηλός,
και εγώ, τα περασμένα
αναπολώ συνεχώς.
Ωσάν σε ώρες ανθισμένες,
σιγοκλαίει ένα τραγούδι.
Στο έρεβός του με καλεί, κιόλας,
απ’ του αποχωρισμού σου τη στιγμή.
Ω, ροδάνθη εσύ –
μίας περασμένης μας στιγμής,
πάθος της ανεμελιάς
του θέρους και της νυχτωσιάς!
Βαθιά, ανίατη πληγή,
που όλο και αιμορραγεί,
πικρή την ξανανιώθεις,
αυτοστιγμεί.
Ψυχρό και αμέθυστο χαμόγελο
που μαραζώνει·
ώριμη καρδιά, που από παραίτηση
πετρώνει.
(Μετάφραση: Αντώνης Κερασνούδης)
Amethyst
Heimlich um verlorne Liebe
klagst du still.
Wieder an entschwundne Tage
denk ich viel.
Leise, wie um schöne Stunden,
weint ein Lied.
Ruft es mich im dunkel, seit ich
von dir schied.
O dies rote Blühen – damals
um uns beid,
heißer Sommer und der Nächte
frühes Leid!
Tiefe, nie geschlossne Wunde,
blute nur,
bitter fühlest du noch einmal
ihre Spur.
Kühlend-amethystnes Lächeln
das zerbricht;
spätes Herz, das bald sich härtet
in Verzicht
Λίγα λόγια για την ποιήτρια από τον μεταφραστή
Η Anna Maria Achenrainer (1909 – 1972) υπήρξε μία από τις σημαντικότερες ποιήτριες της Αυστρίας. Πρώιμα ορφανή από πατέρα, έλαβε με τη βοήθεια του αδερφού της βασική σχολική εκπαίδευση στο Ίνσμπρουκ. Ήδη από την ηλικία των είκοσι ξεκινά να αρθρογραφεί και να δημοσιεύει μικρές ιστορίες πρόζας στην τοπική εφημερίδα “Αγγελιοφόρος του Τιρόλου”. Αποτέλεσε ιδρυτικό μέλος το 1951 της Αυστριακής Ένωσης για την Προώθηση των Λογοτεχνικών Ταλέντων, ενός οργανισμού με πλούσιο πνευματικό και κοινωνικό έργο, του οποίου η δράση συνεχίζεται έως και σήμερα.
Ο λυρισμός της Achenrainer κατατάσσεται στην επονομαζόμενη σχολή της “φυσικής μαγείας”, στην οποία πρωτοστάτησε ο Γερμανός εκπαιδευτικός και λογοτέχνης Wilhelm Lehmann. Η ποίησή της αντλεί έμπνευση κυρίως από τα ορεινά τοπία του Τιρόλου, αλλά και την ινδική και αιγυπτιακή μυθολογία. Ο ώριμος δε λυρισμός της, ενσωματώνει στοιχεία από τα πολυάριθμα ταξίδια της, τη θρησκεία και την ιστορία. Στις αποστροφές του λόγου της αναδύεται συχνά η ιδέα του μυθικού παρελθόντος και η επίδραση αυτής στην ψυχοσύνθεση του ανθρώπου. Σε πολλά από τα ποιήματά της ευδοκιμούν οι εικόνες της φύσης και των τοπίων της Αυστρίας, αντιπαραβάλλοντας την απαισιοδοξία για την εσωτερική πρόοδο της ύπαρξής μας με τη ρομαντική ενατένιση του περιβάλλοντος κόσμου. Οι λέξεις της συχνά αφήνουν στον αναγνώστη ιζήματα μίας μελαγχολικής λαχτάρας για έναν άθικτο και αγόγγυστο κόσμο, ο οποίος καλείται να εκφράσει το εσωτερικό τοπίο του λυρικού του εαυτού.
Για το λογοτεχνικό της έργο τιμήθηκε το 1950 με το κρατικό λογοτεχνικό βραβείο της Αυστρίας.
