#37 | Μένουμε σπίτι και γράφουμε | Χρήστος Δεμέτης

photo by Mabel Amber
Φωτογραφία: Mabel Amber

 

Γίνε η ρίζα

Ο ήλιος τής έκαιγε τα μάγουλα μα δεν την ένοιαζε. Αισθανόταν τον καθαρό αέρα να χαϊδεύει απαλά τα μαλλιά της την ώρα που απλωνόταν στο γρασίδι σκαλίζοντας με τα πόδια της το μαλακό χώμα. Πάνω της πετούσαν κοτσύφια και παραδίπλα, μπορούσε να ακούσει τον ρυθμικό βόμβο κάποιας μέλισσας που αναζητούσε τροφή στα λουλούδια. Παπαρούνες.

H Αντονέλα φορούσε το κόκκινο πουά φόρεμά της με τις λευκές βούλες και από μακριά δεν θα μπορούσες να τη διακρίνεις μέσα στο λιβάδι με τις παπαρούνες. Μέσα από το φόρεμα ήταν γυμνή, αισθάνθηκε την ανάγκη να γδυθεί τελείως και να ξαπλώσει πάλι. Μα δε γινόταν να κουνηθεί, σαν κάτι να την κρατούσε γειωμένη. Τα δέντρα που μπορούσε να διακρίνει στο βάθος, αριστερά και δεξιά της, όριζαν τα σύνορα του οπτικού της πεδίου δημιουργώντας της μια ασφάλεια που είχε να νοιώσει χρόνια. «Τα πιο όμορφα σύνορα που έχω δει», σκέφτηκε. Τα μόνα σύνορα που την έκαναν να ανασαίνει με ευχαρίστηση. Μύριζε τη φύση και ευχόταν να μπορούσε να γίνει κι εκείνη δέντρο. Να απαρνηθεί την ανθρώπινη υπόστασή της, να σηκωθεί στα πόδια της κι εκείνα να γίνουν ρίζες, τα μαλλιά της φυλλωσιά και τα χέρια της κλαδιά, το στήθος της φωλιά για τα πουλιά που πετούσαν στον αέρα, η πλάτη της να σκιστεί και να τρέξει ρετσίνι και τα μάτια της να μαρτυρούν για πάντα πως υπήρξε έστω και για μια εποχή, αληθινή.

Πήρε μια τελευταία βαθιά ανάσα θέλοντας να κλείσει μέσα της το θρόισμα των φύλλων. Δάκρυσε και άκουσε τον Χουάν να τη φωνάζει.

Ήταν ώρα να σηκωθεί, το πεντάλεπτο προσομοίωσης είχε τελειώσει. Ο Χουάν τής έδωσε την κάψουλα τροφής που έπρεπε να λάβει για το πρωινό της γεύμα και της έδειξε την ώρα. Σε τριάντα δύο λεπτά ακριβώς θα έπρεπε να είναι στη γραμμή παραγωγής.

Από τότε που τελείωσε ο Μεγάλος Πόλεμος τίποτα δεν ήταν το ίδιο. Γνωρίστηκαν στο υπόγειο, έμεναν εκεί μαζί πέντε χρόνια. Κάθε μέρα μεγάλωναν μαζί, ανάμεσα σε κατσαρίδες, υγρούς τοίχους, ακαθαρσίες και βρώμικα νερά. Κάποτε, τους έβγαλαν από εκεί. Τους μετέφεραν σε νέα πόλη, στη μέση μιας παλιάς ερήμου, εκεί που δεν είχαν φτάσει οι εχθροπραξίες και ο αέρας ήταν λιγότερο μολυσμένος.

Βγήκε από το μικρό διαμέρισμα, φίλησε τον Χουάν και σήκωσε το βλέμμα προς τον ουρανό. Ένας τεράστιος θόλος είχε δώσει τη θέση του στο γαλάζιο, και τα πουλιά που λίγα λεπτά πριν άκουγε να κελαηδούν κοντά της, είχαν χαθεί. Η προσομοίωση ήταν αρκετά ακριβής, μα η έκθεση σε αυτή μπορούσε να γίνεται μονάχα για πέντε λεπτά κάθε 24ωρο.

Μετά, το σύστημα έκλεινε με αυτόματο τρόπο, και τα γυαλιά επαυξημένης πραγματικότητας έδειχναν μαύρο. Ένας γκρίζος ημιδιαφανής θόλος άφηνε να πέφτει ένα καχεκτικό φως στην πόλη. Ο Χουάν τής έλεγε πως θα πάθουν ίκτερο και γελούσε, μα εκείνη τσαντιζόταν με κάτι τέτοια. Δεν είχε υπομονή. Της έλειπαν οι παλιοί της φίλοι, μα περισσότερο, της έλειπαν τα δέντρα. Η νέα εποχή, δεν είχε τίποτα το φυσικό. Όλα ήταν αυτοματοποιημένα. Ακόμα και τα λουλούδια που διακοσμούσαν τους δρόμους, αποτυπώνονταν σε μικρές οθόνες matrix. Ολογράμματα πεύκων εμφανίζονταν στις διασταυρώσεις και ψηφιακά παρτέρια με μικρές ελιές, προσπαθούσαν να δώσουν μια ψευδαίσθηση του παλαιού κόσμου. Όσοι είχαν μείνει προσπαθούσαν να επιβιώσουν κάτω από τις επιταγές του νικητή.

Η Αντονέλα τώρα ήταν μέσα στο μικρό βανάκι που τη μετέφερε στο εργοστάσιο λιγνίτη, σε ένα δεύτερο θόλο λίγο έξω από την πόλη. Φορούσε τη μάσκα οξυγόνου της και κοιτούσε τις θίνες της άμμου να αλλάζουν μορφή από το πέρασμα του τοξικού αέρα.

Τα μάτια της εστίασαν σε μια μεγάλη αφίσα, για την ακρίβεια, τεραστίων διαστάσεων, που στεκόταν στο πλάι της εξωτερικής λεωφόρου.

«ΕΘΕΛΟΥΣΙΑ ΕΞΟΔΟΣ: Αγαπάς τους δικούς σου; Αγαπάς το μέλλον τους; Θυσιάσου για εκείνους! Γίνε το άστρο που θα έχουν πάντα στην καρδιά τους! Πληροφορίες στο…» Δεν πρόλαβε να δει τα νούμερα. Ήξερε όμως.

Η κυβέρνηση είχε ξεκινήσει ένα εθελοντικό πρόγραμμα «αντιμετώπισης» του υπερπληθυσμού στις μικρές πόλεις που μπορούσε να συντηρήσει μέσα σε αυτούς τους θόλους.

Βάσει του νέου νομοσχεδίου που είχε μπει ήδη σε εφαρμογή, πριμοδοτούσε με παχυλά ποσά ηλικιωμένους άνω των 75 ετών, για να δώσουν τη ζωή τους.

Μια θανάτωση ισοδυναμούσε με ένα μεγάλο χρηματικό ποσό που διατίθεται στις οικογένειες των «εθελοντών». Το πρόγραμμα δεν είχε ξεκινήσει καλά, ωστόσο δεν είχε και μεγάλη σημασία. Οι ηλικιωμένοι που εξαφανίζονταν με άγνωστο τρόπο πλήθαιναν μήνα τον μήνα. Οι εκούσιοι και ακούσιοι μελλοθάνατοι χάνονταν δια μαγείας στο τοξικό άγνωστο, όπου «απελευθερώνονταν» από κυβερνητικά όργανα της τάξης. Κανείς δεν ήθελε να έρθει σε επαφή με το κουφάρι τους, αν ήθελε να συνεχίσει να επιβιώνει.

Η Αντονέλα ζούσε τη δική της επαναληπτική δυστοπία, ώσπου ένα απόγευμα ο Χουάν μπήκε με ενθουσιασμό στο διαμέρισμα. Όρμησε πάνω της και της έδειξε μια ιστοσελίδα στο κινητό του τηλέφωνο. «Έκθεση δέντρου στην αποθήκη ΑΖ0056. Τετάρτη απόγευμα. Μη χάσετε την Ιτιά που επέζησε. Εισιτήρια σε προνομιακές τιμές για όσους κάνουν κράτηση τις πρώτες 8 ώρες».

Δε χρειάστηκε να μιλήσουν καν. Έκαναν κράτηση δύο από τα τελευταία εισιτήρια που είχαν μείνει και αγκαλιάστηκαν βουβά. Η Αντονέλα κοίταξε τα γυαλιά προσομοίωσης και ύστερα τον σύντροφό της. Το πρόσωπό της είχε φωτιστεί λες και ζούσε στο λιβάδι των ονείρων της, κανονικά.

Όταν μπήκαν στην άδεια αποθήκη αντίκρισαν μια τεράστια ουρά. Μέσος όρος αναμονής για το δέντρο: 45 λεπτά. Καλά είναι, είπαν. Χρόνος οπτικής θέασης του δέντρου: Τριάντα δευτερόλεπτα κατά άτομο.

Όσο περίμεναν προσπαθούσαν να σκεφτούν αν θυμούνταν πώς ήταν τα δέντρα. Τα χρόνια του πολέμου τούς είχαν βρει μικρούς, παιδάκια ακόμα, να ήταν πέντε, έξι ετών. Η Αντονέλα ισχυριζόταν πως θυμόταν μια λεμονιά που είχαν στην αυλή τους. Θυμόταν έλεγε, το άρωμα του λεμονιού. «Η μνήμη μυρίζει Χουάν, έχει οσμή η μνήμη», του έλεγε. «Και γεύση. Έγλειφα τα λεμόνια που έπεφταν στο έδαφος κι η μάνα με κυνηγούσε». Ο Χουάν τής χάιδεψε τα μαλλιά. «Τα μαλλιά σου ζωντάνεψαν μικρή μου», της είπε. Τα μάγουλά της ήταν κόκκινα, ο ίκτερος είχε φύγει. Και τα μάτια της είχαν διασταλεί. Οι κόρες των ματιών ήταν έτοιμες να εκτιναχτούν πάνω στον Χουάν, πάνω στο πλήθος, να καρφωθούν πάνω στον κορμό της ιτιάς και να μείνουν εκεί σαν χάντρες, για πάντα. Η καρδιά της ακουγόταν σε όλη την αίθουσα, έδινε τον ρυθμό της αναμονής. Χτύπος και δευτερόλεπτο, στιγμές και παλμοί που την έφερναν κοντά στον παλιό της φίλο. Στον μοναδικό που αγάπησε περισσότερο από τον Χουάν της. Πιο πολύ και τη μάνα της που την κυνηγούσε σαν έκρυβε τα λεμόνια στις τσέπες και λέρωνε τα πατώματα με νωπό χώμα μετά τη βροχή.

«Σειρά σας». Ένα χέρι τής έδειχνε το σημείο που έπρεπε να σταθεί. «Δες κι εσύ το δέντρο. Μύρισέ το αλλά μην το αγγίζεις. ΠΡΟΣΟΧΗ. Το άγγιγμα του δέντρου τιμωρείται με ακαριαίο θάνατο χωρίς αποζημίωση για την οικογένειά σας», έγραφε η επιγραφή που έστεκε μπροστά από το έκθεμα.

Τα πόδια της έτρεμαν. Έκανε ένα βήμα, δύο βήματα και στήθηκε στο προβλεπόμενο σημείο. Γύρισε και έριξε μια πεταχτή ματιά στον Χουάν. Κι ύστερα σκέφτηκε πως έχει 29 δευτερόλεπτα. 29 δευτερόλεπτα για να κλείσει μέσα της το παρελθόν που ήρθε φευγαλέα στο τώρα της, σαν όνειρο.

Άξαφνα άκουσε την ιτιά να της ψιθυρίζει κάτι. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι. Ήθελε να καταλάβει. Ο φύλακας είχε την πλάτη γυρισμένη στην Αντονέλα και κοίταζε προς το πλήθος. Τρεις κάμερες σημάδευαν πάνω της και ένα ρολόι μετρούσε αντίστροφα τον χρόνο που της είχε μείνει.

Ήθελε να ακούσει την ιτιά. Έσφιξε τις γροθιές της, δάγκωσε τα χείλη της και έφυγε μπροστά.

Πήδηξε τον μικρό προστατευτικό φράχτη, το σύνορο ανάμεσα στο ψέμα και την αλήθεια της, και πέταξε προς το δέντρο. Ο συναγερμός ήχησε σε όλο τον θόλο όμως εκείνη δεν μπορούσε να τον ακούσει. Έπεσε πάνω στην ιτιά και αγκάλιασε τον κορμό. Τα μάγουλά της γδάρθηκαν από τη δύναμη που έβαλε μα ήταν ευτυχισμένη. Έκλαιγε με αναφιλητά από χαρά.

Ένοιωσε ένα κάψιμο στα πλευρά της και είδε το λευκό φουστάνι της να γίνεται κόκκινο. Είδε τον κορμό του δέντρου να ποτίζει από το αίμα της.

Γονάτισε και άγγιξε τις ρίζες, έπιασε μια με όση δύναμη της είχε απομείνει και την έφερε στο στόμα της. Γεύτηκε τη ρίζα, ήταν κι εκείνη μια ρίζα που δεν είχε πια θέση στον κόσμο αυτό. Μια ρίζα που ζούσε έξω από το χώμα της. Ήθελε να γίνει μια ρίζα για πάντα, να χαθεί μαζί με όσα της είχαν στερήσει.

Πήρε μια τελευταία βαθιά ανάσα θέλοντας να κλείσει μέσα της τη γεύση της ρίζας. Γέλασε και άκουσε τον Χουάν να τη φωνάζει.

Ήταν ώρα να σηκωθεί, το πεντάλεπτο προσομοίωσης είχε τελειώσει.

#menoumespiti_kai_grafoume

2 σκέψεις σχετικά με το “#37 | Μένουμε σπίτι και γράφουμε | Χρήστος Δεμέτης

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.