Ι
Μου φαίνεται πως η άνοιξη
Σαν κελαηδά με τρέμει
Μην της ζητήσω ένα σκοπό
Να δώσω του έρωτά μου
Μην της ζητήσω ένα φιλί
Να σου χαρίσω δυο φτερά
Και να σε δω γλυκιά μου
ΙΙ
Έλα να δης την άνοιξη που περπατάει
Που με τα σύννεφα αγκαλιά μάς χαιρετάει
Έλα να δης την κόρη μου πώς έγινε μεγάλη
Και τραγουδάει με μια φωνή που δεν ήταν δικιά της
Και τραγουδάει μ΄έναν παλμό που είναι του κόσμου όλου
Σα να βρέχη τα χείλια της στη βρύση τ΄ουρανού
Σα να πετάη η καρδούλα της με κάθε χελιδόνι
Και να μην ξέρη η άνοιξη αν είν΄δικιά της κόρη!
(Από την Ποιητική Ανθολογία του Λίνου Πολίτη, βιβλίο όγδοο, Εκδόσεις Δωδώνη, 1993)
Ο Γιώργος Σαραντάρης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1908. Το 1912 η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην Μπολόνια της Ιταλίας και στη συνέχεια σπούδασε Νομικά στα πανεπιστήμια της Μπολόνια και της Ματσεράτα. Γνωρίζοντας καλύτερα τα ιταλικά παρά τα ελληνικά, ήρθε το 1931 στην Ελλάδα για να υπηρετήσει στον στρατό και να εργαστεί. Έζησε τη σύντομη ζωή του φτωχικά με ένα μικρό εισόδημα που του παραχώρησε η οικογένειά του και ασχολήθηκε αποκλειστικά με τα γράμματα, εισάγοντας μοντερνιστικά στοιχεία. Κινήθηκε στους λογοτεχνικούς κύκλους της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης και πήρε ενεργό μέρος στις πνευματικές ζυμώσεις της δεκαετίας του τριάντα. υμμετείχε στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο στην πρώτη γραμμή του Αλβανικού μετώπου, όπου αρρώστησε από τύφο. Πέθανε ύστερα από την επιστροφή του στην Αθήνα το 1941.
Φωτογραφία: Mabel Amber
Newsletter
BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες
