Για τη φωτογραφική έκθεση του Γιώργου Λάνθιμου, στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση.
Της Τζίνας Καρβουνάκη
Υπάρχουν εκθέσεις που ζητούν να τις δεις. Άλλες πάλι που σε υποχρεώνουν να ξανασκεφτείς τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο βλέπεις. Η φωτογραφική έκθεση του Γιώργου Λάνθιμου, η οποία φιλοξενείται στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Όχι επειδή μεταφέρει απλώς στο πεδίο της φωτογραφίας την αναγνωρίσιμη αισθητική ενός ήδη καταξιωμένου σκηνοθέτη, αλλά επειδή αποκαλύπτει ότι το βλέμμα του, ακόμη και όταν αποσπάται από τη ροή της κινηματογραφικής αφήγησης, εξακολουθεί να οργανώνει έναν κόσμο αινιγματικό, αυστηρό, και ταυτόχρονα υπόγεια εύθραυστο.
Οι τρεις πρώτες σειρές φωτογραφιών γεννήθηκαν μέσα στους χώρους των ταινιών του, στις παρυφές των γυρισμάτων, σε τόπους όπως η Νέα Ορλεάνη, η Ατλάντα και τα στούντιο της Βουδαπέστης. Αυτό έχει σημασία όχι ως πληροφορία παρασκηνίου, αλλά ως αισθητική συνθήκη. Οι εικόνες αυτές δεν ανήκουν σε έναν «φυσικό» κόσμο· ανήκουν σε έναν κόσμο που έχει ήδη περάσει μέσα από το φίλτρο της επινόησης. Είναι εικόνες ενός σύμπαντος κατασκευασμένου, φορτισμένου από τη μυθοπλασία, ακόμη κι όταν η αφήγηση έχει ήδη αποσυρθεί. Έτσι, η φωτογραφία δεν λειτουργεί εδώ ως τεκμήριο, αλλά ως ανάκτηση ενός υπολείμματος: του ίχνους που αφήνει πίσω της η σκηνοθετημένη πραγματικότητα όταν παύει, έστω προσωρινά, να υπηρετεί την πλοκή.
Κι όμως, η έκθεση δεν σταματά εκεί. Το τέταρτο σύνολο, που παρουσιάζεται στη Στέγη για πρώτη φορά παγκοσμίως, αλλάζει ουσιαστικά τη συνολική εμπειρία της θέασης. Πρόκειται για εικόνες από μια εν εξελίξει προσωπική σειρά φωτογραφιών που ο Λάνθιμος δημιουργεί στην Ελλάδα, ως καρπό μοναχικών περιηγήσεων στην Αθήνα και επισκέψεων στα νησιά του Αιγαίου. Εδώ, το βλέμμα μοιάζει να εγκαταλείπει το κινηματογραφικό σκηνικό για να στραφεί προς κάτι φαινομενικά πιο άμεσο: τον δρόμο, το τοπίο, το αστικό ίχνος, τη νησιωτική σιωπή, την καθημερινότητα. Και όμως, ούτε αυτή η καθημερινότητα παραδίδεται ως απλή οικειότητα. Στον κόσμο του Λάνθιμου, ακόμη και το πιο γνώριμο στοιχείο μοιάζει να περιμένει την ελαφρά μετατόπιση που θα το κάνει ξανά αβέβαιο.
Ίσως εκεί να βρίσκεται και η ιδιαιτερότητα του φωτογραφικού του έργου: στη στοχαστική του προσήλωση στο τετριμμένο. Ο Λάνθιμος δεν αναζητεί το εξαιρετικό με τον προφανή τρόπο. Δεν δραματοποιεί το θέμα του, δεν το εξυψώνει, δεν το φορτίζει με επιδεικτική σημασία. Αντίθετα, το πλησιάζει με μια ιδιότυπη διαύγεια, με μια ψυχραιμία σχεδόν απόλυτη, και μέσα από αυτήν ακριβώς την πειθαρχία αφήνει τα πράγματα να αποκαλύψουν τη μυστική τους αστάθεια. Το οικείο, μέσα στον φακό του, δεν παύει να είναι οικείο· όμως παύει να είναι αθώο. Γίνεται πυκνό, σύνθετο, αμφίσημο. Όπως και στο σινεμά του, έτσι και εδώ αναδύεται μια γλώσσα που λειτουργεί σαν αρχείο της ίδιας της δημιουργίας της: μια επιφάνεια φωτεινή, καθαρή, σχεδόν ψυχρή, κάτω από την οποία πάλλεται κάτι που δεν κατονομάζεται εύκολα.
Αυτό που αναγνωρίζουμε αμέσως ως «λανθιμικό» είναι παρόν. Η γεωμετρία των κάδρων, η μετωπικότητα των μορφών, η αυστηρότητα της σύνθεσης, η αίσθηση ότι κάθε τι βρίσκεται στη θέση του με μια σχεδόν χειρουργική ακρίβεια. Και μαζί, εκείνη η χαρακτηριστική διατάραξη που κάνει τον κόσμο να μοιάζει λίγο μετατοπισμένος από τον άξονά του. Ωστόσο, η ουσία της έκθεσης δεν βρίσκεται απλώς στην αναγνώριση μιας υπογραφής. Αν έμενε μόνο εκεί, οι φωτογραφίες θα λειτουργούσαν απλώς ως κομψή παράταση του κινηματογραφικού του ύφους. Αυτό που τελικά τις σώζει από αυτή την παγίδα είναι η ακινησία τους.
Η φωτογραφία, εδώ, δεν είναι μια παύση της δράσης. Είναι η συμπύκνωσή της. Κάθε εικόνα μοιάζει σαν να έχει αποσπαστεί από μια αφήγηση, αλλά χωρίς να μας προσφέρει ποτέ την ίδια την αφήγηση. Υπαινίσσεται ένα πριν και ένα μετά, μα τα κρατά πεισματικά εκτός κάδρου. Έτσι ο θεατής βρίσκεται μπροστά σε μια εικόνα που είναι απολύτως ελεγχόμενη ως μορφή και απολύτως ανοιχτή ως εμπειρία. Το βλέμμα δεν καλείται να «καταλάβει»· καλείται να παραμείνει. Να σταθεί. Να υπομείνει ίσως αυτή τη μικρή αμηχανία που γεννά η εικόνα όταν δεν εξαντλείται στο πρώτο της επίπεδο.
Εδώ είναι που η έννοια του punctum του Barthes γίνεται γόνιμη. Eκείνη η μικρή, αδιόρατη λεπτομέρεια που πληγώνει τη συνοχή της θέασης, που διακόπτει την τάξη του κάδρου και εγκαθίσταται μέσα στον θεατή όχι ως μήνυμα αλλά ως εμπειρία. Στις πιο δυνατές στιγμές της έκθεσης, ο Λάνθιμος κατορθώνει ακριβώς αυτό. Όχι μέσω κάποιας θεαματικής κορύφωσης, αλλά μέσω ενός χαμηλόφωνου ρήγματος, ενός βλέμματος που δεν σταθεροποιείται, μιας στάσης σώματος που ξεφεύγει ελάχιστα από τη συμμετρία, μιας λεπτομέρειας που χαλά την πειθαρχία της εικόνας τόσο όσο χρειάζεται για να τη μετατρέψει από αισθητικό αντικείμενο σε εσωτερικό συμβάν.
Δεν είναι τυχαίο ότι πολλές από αυτές τις εικόνες έχουν ήδη περάσει στα φωτογραφικά βιβλία του δημιουργού, ακολουθώντας μια διαδρομή από το κινηματογραφικό πλατό προς τη σελίδα και από εκεί προς τον εκθεσιακό χώρο. Αυτή η διαδρομή δηλώνει ότι η φωτογραφία δεν είναι εδώ ένα πάρεργο. Είναι μια δεύτερη γραφή. Ίσως πιο σιωπηλή, πιο ακίνητη, πιο γυμνή από την κινηματογραφική, αλλά εξίσου αυστηρή. Ο Λάνθιμος δεν φωτογραφίζει απλώς ό,τι απομένει από τις ταινίες του· συγκροτεί ένα παράλληλο σώμα εικόνων, στο οποίο το κινηματογραφικό του σύμπαν αποσυντίθεται και ανασυντίθεται με άλλους όρους. Και το νέο ελληνικό σύνολο μοιάζει να πηγαίνει ακόμη πιο πέρα: εδώ δεν έχουμε μόνο την παράταση ενός ήδη γνωστού κόσμου, αλλά την ωρίμανση μιας πραγματικά αυτόνομης φωτογραφικής ματιάς.
Υπάρχουν στιγμές όπου η λανθιμική ακρίβεια απειλεί να γίνει υπερβολικά αυτάρεσκη, όπου το γνώριμο ύφος φλερτάρει με τη βεβαιότητα της επανάληψης. Αλλά όταν μια μικρή ασυμμετρία, ένα τυχαίο στοιχείο, μια ελάχιστη ατέλεια διαρρηγνύει το σύστημα, τότε οι εικόνες αποκαλύπτουν τη βαθύτερη ποιητική τους ενέργεια.
Αυτό είναι, τελικά, και το ουσιαστικό κέρδος της έκθεσης. Ότι μετακινεί το ενδιαφέρον μας από το πρόσωπο του δημιουργού στη μοίρα της ίδιας της εικόνας. Δεν μας ζητά μόνο να αναγνωρίσουμε μια αισθητική ταυτότητα. Μας ζητά να σταθούμε απέναντι σε εικόνες που επιμένουν να μη γίνονται αμέσως διαφανείς. Στο περιθώριο των γυρισμάτων, αλλά και στη σιωπή μιας μοναχικής περιπλάνησης στην Αθήνα και στο Αιγαίο, ο Λάνθιμος οργανώνει έναν τρόπο να βλέπεις τον κόσμο σαν να τον συναντάς για πρώτη φορά, ακριβώς τη στιγμή που νομίζεις πως τον γνωρίζεις ήδη.
Newsletter
BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες
