Μια προσέγγιση της σκηνικής εκδοχής με τον Γιάννη Αγγελάκα.
Της Τζίνας Καρβουνάκη
Η σκηνική εκδοχή του Μπλουζ του μικρού πρίγκιπα με τον Γιάννη Αγγελάκα δεν προσφέρεται για μια απλή κριτική αποτίμηση με όρους επιτυχίας μιας διασκευής. Ζητεί μάλλον να διαβαστεί ως ένα επεισόδιο μεταγραφής, ως μια διαδικασία κατά την οποία το λογοτεχνικό πρωτότυπο αποσπάται από το εδραιωμένο καθεστώς πρόσληψής του και τίθεται εκ νέου σε κυκλοφορία μέσα από άλλες υλικότητες. Τη φωνή, τη μουσικότητα, την παύση, τη σκηνική αφαίρεση, την ηχητική μελαγχολία. Αυτό που διακυβεύεται εδώ δεν είναι μια νέα «ερμηνεία» του Μικρού Πρίγκιπα, αλλά η ίδια η δυνατότητα του έργου να επιζήσει μέσα σε ένα διαφορετικό αισθητικό και υπαρξιακό περιβάλλον.
Η πιο γνώριμη πρόσληψη του έργου του Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ επιμένει στη λυρική αλληγορία της παιδικής αθωότητας. Η παράσταση, αντίθετα, φαίνεται να απομακρύνεται από αυτή τη γραμμή. Δεν αρνείται την αθωότητα, αλλά την επαναπροσδιορίζει ως απώλεια, ως απολεσθέν καθεστώς σχέσης με τον κόσμο. Ο Μικρός Πρίγκιπας δεν αναδύεται εδώ ως καθησυχαστικό έμβλημα μιας ανέπαφης καθαρότητας, αλλά ως μορφή εσωτερικής έκθεσης, ως φορέας ενός ελλείμματος που δεν μπορεί να αποκατασταθεί. Το «μπλουζ» του τίτλου εκτός από φόρος τιμής στον Παύλο Σιδηρόπουλο, δηλώνει επίσης μια μουσική ατμόσφαιρα, το πένθος της ίδιας της αθωότητας.
Η σκηνική παρουσία του Γιάννη Αγγελάκα αποκτά κομβική σημασία. Η φωνή του δεν λειτουργεί απλώς ως μέσο εκφοράς του λόγου. Λειτουργεί ως τραυματισμένο σώμα του λόγου. Ο βραχνός, βαθιά ανθρώπινος φωνητικός του τόνος απομακρύνει το κείμενο από όποια εξιδανικευμένη λυρικότητα και το επανατοποθετεί στη σφαίρα του εύθραυστου, του φθαρτού, του ανεπιτήδευτου. Παραγωγικά μπορούμε να ανακαλέσουμε τον Barthes, ιδίως την έννοια του «The grain of the voice» (του κόκκου της φωνής), εκεί όπου η φωνή δεν είναι απλώς φορέας σημασίας, αλλά το σημείο στο οποίο το σώμα εισέρχεται στη γλώσσα, το υλικό υπόλειμμα που αντιστέκεται στην πλήρη εξημέρωση του λόγου. Στο Μπλουζ του μικρού πρίγκιπα, η φωνή του Αγγελάκα δεν «ερμηνεύει» το κείμενο· το εκθέτει σε μια υλικότητα που το αποσταθεροποιεί και το ξαναγεννά. Η σημασία δεν μεταδίδεται μόνο μέσω των λέξεων, αλλά μέσω της φθοράς που τις διαπερνά.
Αυτή η φωνητική υλικότητα συνδέεται, ταυτόχρονα, με την εμπειρία της γλώσσας σύμφωνα με τον Blanchot. Στον Maurice Blanchot, η γραφή δεν είναι ποτέ απλή παρουσία νοήματος. Είναι η δοκιμασία του ορίου, η προσέγγιση προς εκείνο που διαφεύγει, προς μια περιοχή όπου η φωνή μοιάζει να μιλά από το εσωτερικό της απουσίας. Κάτι ανάλογο επιτελείται επί της σκηνής στη Στέγη. Η παράσταση δεν οργανώνεται γύρω από την πλήρωση του νοήματος, αλλά γύρω από τα κενά του, τις παύσεις, τις ελλείψεις, τις ρωγμές. Ο Μικρός Πρίγκιπας δεν εμφανίζεται ως συμπαγές αφήγημα με σταθεροποιημένα σύμβολα, αλλά ως αποσπασματικό συμβάν μνήμης και απώλειας. Η σκηνή γίνεται έτσι ο χώρος όπου ο λόγος δεν κατορθώνει να κυριαρχήσει πλήρως πάνω σε αυτό που επιχειρεί να πει. Η παιδικότητα, η αγάπη, η φιλία, το ουσιώδες δεν δίνονται ως εννοιολογικά κεκτημένα, αλλά ως μορφές που αποσύρονται την ίδια στιγμή που προφέρονται.
Αυτή η αίσθηση απόσυρσης μπορεί να φωτιστεί περαιτέρω μέσω του Agamben. Στο έργο του Ιταλού φιλοσόφου, και ειδικά στις στοχαστικές του επεξεργασίες γύρω από το υπόλειμμα, τη δυνατότητα, το άλεκτο και τη χειρονομία, το ουσιώδες δεν ταυτίζεται με μια πλήρη παρουσία, αλλά με αυτό που παραμένει εκκρεμές, μη εξαντλημένο. Υπό αυτή την έννοια, το Μπλουζ του μικρού πρίγκιπα μοιάζει να συγκροτείται ως μια ποιητική του υπολείμματος. Δεν μας παραδίδει τον Μικρό Πρίγκιπα ως κλειστό και ανακτήσιμο νόημα, αλλά ως απόηχος ενός άλλου τρόπου κατοίκησης του κόσμου. Ό,τι απομένει από την παιδικότητα δεν είναι η ακεραιότητά της, αλλά το ίχνος της. Ό,τι απομένει από τη σχέση δεν είναι η κυριαρχία επί του άλλου, αλλά η ευθύνη πριν την απουσία του.
Το σημείο αυτό είναι κρίσιμο και για την πρόσληψη του ίδιου του έργου του Σαιντ-Εξυπερύ. Η επαναλαμβανόμενη ρήση περί του «ουσιώδους» κινδυνεύει να καταπέσει σε κοινοτοπία. Η παράσταση, ωστόσο, φαίνεται να την αποκαθιστά όχι επαναλαμβάνοντάς την ως γνωμικό, αλλά μεταφέροντάς την σε ένα πεδίο ακουστικής και υπαρξιακής δοκιμασίας. Το ουσιώδες δεν είναι εδώ ένα ήδη διαθέσιμο περιεχόμενο. Είναι αυτό που ακριβώς επειδή δεν είναι διαθέσιμο, ζητεί μια άλλη μορφή προσοχής. Μια άλλη ηθική της ακρόασης. Από αυτή την άποψη, η παράσταση επαναφέρει τον Μικρό Πρίγκιπα ως κριτική μορφή απέναντι στη σύγχρονη συνθήκη της επιφάνειας, της κατανάλωσης εικόνων, της εξάντλησης της εμπειρίας σε ό,τι είναι άμεσα ορατό και μετρήσιμο.
Θα μπορούσε μάλιστα να ειπωθεί ότι η παράσταση μεταφέρει το έργο από το καθεστώς της αλληγορίας στο καθεστώς της χειρονομίας. Σύμφωνα με τον Agamben η χειρονομία δεν είναι ούτε καθαρή πράξη ούτε απλή αναπαράσταση, αλλά η έκθεση της ίδιας της δυνατότητας του νοήματος. Στο Μπλουζ του μικρού πρίγκιπα, η σκηνική έκφραση δεν ενδιαφέρεται να αναπαραστήσει τον κόσμο του βιβλίου, αλλά να μεταγράψει το ίχνος του, την κίνηση της απώλειάς του, τη δυνατότητα μιας σχέσης με αυτό που έχει ήδη χαθεί. Το έργο δεν παρουσιάζεται ως αντικείμενο αισθητικής κατανάλωσης, αλλά ως χειρονομία μνήμης.
Παράλληλα, η σκηνική γλώσσα δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου η έλλειψη δεν βιώνεται ως στέρηση, αλλά ως συνθήκη ενεργοποίησης. Ο θεατής δεν καλείται να αναγνωρίσει απλώς τα μοτίβα του γνωστού βιβλίου, αλλά να τα επανασυνθέσει εντός του, να περάσει από τη βεβαιότητα της ανάμνησης στη δοκιμασία της ακρόασης. Έτσι, η παράσταση δεν ‘καταναλώνει’ το πολιτισμικό κεφάλαιο του Μικρού Πρίγκιπα, αλλά το θέτει σε κρίση. Και αυτό ακριβώς είναι που της προσδίδει αισθητικό και στοχαστικό βάθος.
Η συνάντηση του Αγγελάκα με το συγκεκριμένο έργο είναι, υπό αυτή την έννοια, περισσότερο οργανική απ’ όσο ίσως φαίνεται αρχικά. Η δική του καλλιτεχνική διαδρομή, σημαδεμένη από την ποιητική της ρωγμής, της αντι-ηρωικής ευαισθησίας και της εσωτερικής αντίστασης απέναντι στην κανονικοποίηση του βιώματος, δεν προστίθεται εξωτερικά στον Μικρό Πρίγκιπα. Αντιθέτως, φέρνει στην επιφάνεια κάτι που ήδη λανθάνει στο ίδιο το έργο: ότι ο μικρός πρίγκιπας δεν είναι μόνο το παιδί που βλέπει καλύτερα, αλλά και η μορφή που κουβαλά ήδη το τραύμα της γνώσης, την εμπειρία μιας απόστασης που δεν θεραπεύεται.
Το Μπλουζ του μικρού πρίγκιπα συνιστά μια σκηνική πράξη που μετασχηματίζει το γνωστό αφήγημα σε εμπειρία μνήμης. Η συγκεκριμένη εκδοχή δεν ενδιαφέρει μόνο ως επιτυχημένη διασκευή ενός κλασικού έργου, αλλά ως συμβάν που μας υπενθυμίζει πως η τέχνη παραμένει ζωντανή ακριβώς όταν δεν μας επιστρέφει ανέπαφο το οικείο, αλλά όταν το διασώζει μέσα από τη ρωγμή του.
Newsletter
BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες
