23 Μαρτίου 2026
[Matteo Nucci, Τα δάκρυα των ηρώων, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2025]
Ένα κείμενο με αφορμή τη συνάντηση του καθηγητή κλασσικής αρχαιολογίας κ. Πλάντζου με τον συγγραφέα, στο πλαίσιο του 1ου Διεθνούς Φεστιβάλ Λογοτεχνίας της Αθήνας (AIFL), στις 28 Μαρτίου 2026, στην Τεχνόπολη.
Της Τζίνας Καρβουνάκη
Το βιβλίο του Matteo Nucci, Τα δάκρυα των ηρώων, εγγράφεται ως ένα σύνθετο κριτικό εγχείρημα που κινείται στο όριο ανάμεσα στο δοκίμιο, την αφήγηση και την αναγραφή του μύθου. Στο κέντρο του θέτει έναν από τους πλέον ανθεκτικούς κόμβους της δυτικής σκέψης: τη σχέση ανάμεσα στο συναίσθημα, τη μνήμη και τη συγκρότηση του ηρωικού υποκειμένου.
Στον πυρήνα της προβληματικής του αναδύεται μια μορφή φαινομενικά περιθωριακή, αλλά καίρια: ο ήρωας που κλαίει. Αντί να εγγράφεται στη μακρά παράδοση που ταύτισε το δάκρυ με την αδυναμία, ο Nucci επιστρέφει στην πρωταρχική εμπειρία του ομηρικού έπους, όπου το κλάμα δεν συνιστά έκπτωση, αλλά κορύφωση της ανθρώπινης εμπειρίας. Ο Αχιλλέας, ο Οδυσσέας, ο Πρίαμος: ο αρχαϊκός ηρωισμός δεν αρνείται τον πόνο, αλλά τον διασχίζει, μετατρέποντάς τον σε τόπο αναγνώρισης.
Κι όμως, αυτή η σχεδόν αυτονόητη αλήθεια απωθείται με τη μετάβαση στην κλασική εποχή. Η εμβληματική σκηνή που αναδεικνύει ο Nucci λειτουργεί ως σημείο καμπής. Ο ομηρικός ήρωας διατηρεί το μέγεθός του μέσα στο κλάμα. Την κλασική εποχή το δάκρυ παύει να αποτελεί δύναμη και μετατρέπεται σε ένδειξη αδυναμίας.
Η συμβολή του Nucci έγκειται ακριβώς στην ανάδειξη της γενεαλογίας αυτής της μετατόπισης. Τομή αποτελεί η πλατωνική σκέψη: στο πλαίσιο της συγκρότησης μιας νέας παιδείας. O Πλάτων εγκαινιάζει μια ριζική αναδιάταξη του φαντασιακού, όπου η ομηρική ποίηση, και μαζί της το συναισθηματικό της υπόστρωμα, υποβάλλεται σε διαδικασία εξαγνισμού. Τα δάκρυα των ηρώων καθίστανται ασύμβατα με το ιδεώδες του πολίτη-φιλοσόφου, το οποίο εδράζεται στον έλεγχο των παθών και στην υπαγωγή του συναισθηματικού στο λογικό.
Υπό αυτή την έννοια, το βιβλίο μπορεί να διαβαστεί ως μια αντι-ιστορία της Δύσης: μια αφήγηση που αντιστέκεται στη σταδιακή περιθωριοποίηση της συγκινησιακής εμπειρίας. Η προσέγγιση του Nucci συνομιλεί έτσι, έστω και υπαινικτικά, με εκείνη τη γραμμή σύγχρονης σκέψης που, από τον Barthes έως τον Recalcati, αποκαθιστά τη σημασία του τραύματος και της συγκίνησης ως τόπων αλήθειας.
Ιδιαίτερα εύγλωττη είναι, σε αυτό το πλαίσιο, η αναλογία με το punctum του Barthes: το δάκρυ, στην αδιαμεσολάβητη υλικότητά του, λειτουργεί ως ρήγμα που διαπερνά την επιφάνεια του λόγου και αποσταθεροποιεί την τάξη του νοήματος. Αντίστοιχα, στη ψυχαναλυτική προοπτική του Recalcati, το υποκείμενο δεν συγκροτείται μέσα από την εξάλειψη της έλλειψης, αλλά μέσω της έκθεσής του σε αυτήν. Το ομηρικό κλάμα μπορεί έτσι να ιδωθεί ως μορφή επιθυμίας που δεν κλείνει, αλλά παραμένει ανοιχτή.
Κομβική είναι και η έννοια της μνήμης, την οποία ο Nucci δεν προσεγγίζει ως παθητική αποθήκευση, αλλά ως ενεργή διαδικασία επανενεργοποίησης. Η ομηρική μνήμη δεν διατηρεί απλώς το παρελθόν. Το καθιστά παρόν μέσα από τη συγκινησιακή ένταση της αφήγησης. Το δάκρυ γίνεται έτσι το σημείο μιας πλήρους συμμετοχής, όπου η απόσταση ανάμεσα στον αφηγητή και τον ακροατή αίρεται.
Σε αυτό το τρίγωνο, μνήμη, αφήγηση, συναίσθημα, εντοπίζεται και η ιδιαίτερη δύναμη του βιβλίου. Η γραφή του Nucci, χωρίς να εγκαταλείπει τη φιλολογική της ακρίβεια, αποκτά μια αφηγηματική ζωτικότητα που επαναφέρει τα αρχαία κείμενα στο παρόν. Ενδεικτικές είναι οι σελίδες που αφιερώνονται στην κάθοδο προς τον Πειραιά, οι οποίες συνιστούν μια σύγχρονη μορφή καταβάσεως: μια συμβολική διέλευση μέσα από τους χώρους της περιφέρειας, εκεί όπου η φιλοσοφία συναντά ό,τι επιχειρεί να αποκλείσει.
Έτσι, το βιβλίο δεν περιορίζεται σε μια αναθεώρηση του αρχαίου, αλλά οικοδομεί μια γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν. Το ερώτημα των δακρύων μετατρέπεται σε κατεξοχήν σύγχρονο πολιτικό και πολιτισμικό διακύβευμα. Σε μια εποχή όπου το συναίσθημα είτε εξουδετερώνεται είτε γίνεται θέαμα, ο Nucci μας καλεί να επαναπροσδιορίσουμε την τρωτότητα ως μορφή γνώσης.
Η συνάντηση με τον συγγραφέα στο πλαίσιο του 1ου Διεθνούς Φεστιβάλ Λογοτεχνίας της Αθήνας αποκτά έτσι μια ιδιαίτερη πυκνότητα. Δεν πρόκειται απλώς για μια συνομιλία με τον κ. Πλάντζο, καθηγητή κλασσικής αρχαιολογίας , υπό τον τίτλο «Οι χρήσεις του κλασσικού, σήμερα» αλλά για μια επιστροφή στους ίδιους τους τόπους που το βιβλίο διατρέχει: την Αθήνα, τον Κεραμεικό, τον Πειραιά, τόπους όπου διαμορφώθηκε ιστορικά η ένταση ανάμεσα στο πάθος και τον λόγο, ανάμεσα στην ποίηση και τη φιλοσοφία.
Σε αυτή την κυκλική διάρθρωση, μεταξύ κειμένου, τόπου και εμπειρίας, διαγράφεται ίσως το βαθύτερο στοίχημα του Nucci: να αποδώσει στα δάκρυα των ηρώων την αρχική τους αξιοπρέπεια και, ταυτόχρονα, να μας αναγκάσει να αναμετρηθούμε με ό,τι, ακόμη και σήμερα, επιμένουμε να απωθούμε.
Newsletter
BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες
