14 Μαρτίου 2026
[Γιώργος Βέης, Ποιήματα 1974–2024, εκδόσεις Ύψιλον, 2025]
Της Τζίνας Καρβουνάκη
Η συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα 1974–2024 (Εκδόσεις Ύψιλον, 2025) του Γιώργου Βέη, επιτρέπει να διαβαστεί το έργο του ποιητή ως μια ενιαία ποιητική διαδρομή που εκτείνεται σε διάστημα περίπου πενήντα ετών. Η συγκέντρωση των ποιητικών συλλογών σε έναν τόμο προσφέρει την ευκαιρία για μια συνολική προσέγγιση της ποιητικής του φυσιογνωμίας και για την ανάδειξη των βασικών θεματικών και μορφολογικών αξόνων της γραφής του.
Η ποίηση του Βέη αναπτύσσεται σε ένα πεδίο όπου συναντώνται η ελληνική μεταπολεμική ποιητική παράδοση και οι αισθητικές κατακτήσεις του ευρωπαϊκού μοντερνισμού. Στο έργο του μπορεί κανείς να εντοπίσει συγγένειες με τη στοχαστική ποιητική του Σεφέρη, τη μεταφυσική διάσταση του Ελύτη και την υπαρξιακή ένταση που χαρακτηρίζει τη γραφή του Νίκου Καρούζου. Ωστόσο η ποιητική του Βέη δεν περιορίζεται σε μια απλή συνέχεια αυτής της παράδοσης. Αντίθετα, διαμορφώνεται μέσα από μια συνεχή διερεύνηση των δυνατοτήτων της ποιητικής εικόνας και της γλώσσας.
Ήδη στις πρώτες συλλογές του, όπως οι Φόρμες και άλλα ποιήματα (1974), η ποιητική γραφή εμφανίζεται ως χώρος έντονου πειραματισμού. Οι εικόνες συχνά αποκτούν μια ονειρική ή υπερρεαλιστική διάσταση, γεγονός που φέρνει την ποίηση του Βέη σε διάλογο με τη μεγάλη παράδοση του ελληνικού υπερρεαλισμού, από τον Ανδρέα Εμπειρίκο έως τον Νίκο Εγγονόπουλο. Η υπερρεαλιστική αυτή διάσταση, ωστόσο, δεν λειτουργεί ως αισθητική μίμηση· αντιθέτως, μετατρέπεται σε εργαλείο ποιητικής διερεύνησης της πραγματικότητας.
Ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά στοιχεία της γραφής του είναι η συνείδηση της ποιητικής πράξης. Πολλά ποιήματα λειτουργούν ως μεταποιητικοί στοχασμοί, δηλαδή ως στοχασμοί πάνω στην ίδια τη φύση της ποίησης. Στο ποίημα «Σαν κοιτάς ένα ποίημα» η ποιητική δημιουργία παρουσιάζεται ως μια διαρκής προσπάθεια προσέγγισης του «καίριου» λεκτικού στοιχείου της εμπειρίας, το οποίο παραμένει πάντοτε εν μέρει απρόσιτο. Η προβληματική αυτή συνδέεται με τη νεωτερική αντίληψη της ποίησης ως συνειδητής γλωσσικής πράξης, μια αντίληψη που διαμορφώνεται ήδη από τον Mallarmé και επηρεάζει βαθιά την ευρωπαϊκή ποιητική του 20ού αιώνα.
Στον συγκεντρωτικό τόμο γίνεται επίσης εμφανής η μορφολογική πολυφωνία της ποίησης του Βέη. Εκτός από τα εκτενή ποιήματα ελεύθερου στίχου, συναντούμε σύντομα ποιητικά σχήματα όπως τα χαϊκού και τα τάνκα. Η επιλογή αυτών των μορφών δεν είναι τυχαία· αντανακλά την ευρύτερη σχέση του ποιητή με την ασιατική λογοτεχνική παράδοση και ιδίως με την ιαπωνική ποιητική. Στα σύντομα αυτά ποιήματα η εικόνα λειτουργεί ως συμπύκνωση εμπειρίας, θυμίζοντας την παρατήρηση του Octavio Paz ότι το χαϊκού αποτελεί «μια στιγμή καθαρής αντίληψης όπου ο κόσμος αποκαλύπτεται μέσα από την εικόνα». Η εικόνα αποτελεί, άλλωστε, τον βασικό οργανωτικό μηχανισμό της ποιητικής του Βέη. Στα ποιήματά του η εικόνα δεν λειτουργεί απλώς ως αισθητικό στολίδι. Μετατρέπεται σε μορφή σκέψης. Μέσα από τη διαδοχή εικόνων συγκροτείται μια ποιητική κοσμογραφία όπου το πραγματικό και το φαντασιακό συνυπάρχουν σε μια δυναμική σχέση.
Στον πυρήνα αυτής της ποιητικής βρίσκεται μια έντονη υπαρξιακή ευαισθησία. Ο ποιητής εμφανίζεται συχνά ως μοναχικός παρατηρητής που επιχειρεί να κατανοήσει τη σχέση του ανθρώπου με τον χρόνο και τη φθορά. Η διατύπωση ότι οι ποιητές «θα είναι πάντα απομονωμένοι κι ανεόρταστοι» συνοψίζει αυτή τη συνθήκη της ποιητικής ύπαρξης.
Η μοναξιά του ποιητή, ωστόσο, δεν είναι απλώς ψυχολογική· είναι υπαρξιακή και γνωσιολογική, καθώς συνδέεται με την ίδια τη φύση της ποιητικής γνώσης.
Παράλληλα, στο έργο του Βέη διακρίνεται μια έντονη ηθική διάσταση της γλώσσας. Στο ποίημα «Μην ξοδεύεις τις λέξεις» η γλώσσα παρουσιάζεται ως εύθραυστο και πολύτιμο υλικό που απαιτεί φροντίδα και σεβασμό. Η στάση αυτή παραπέμπει στη νεωτερική αντίληψη της ποιητικής γλώσσας ως χώρου ευθύνης, μια αντίληψη που συναντά κανείς τόσο στη σκέψη του Paul Valéry όσο και στη μεταγενέστερη φιλοσοφία της γλώσσας.
Τέλος, ιδιαίτερη σημασία έχει η σχέση της ποίησης του Βέη με την ιστορική εμπειρία. Παρότι η γραφή του δεν είναι άμεσα πολιτική, οι αναφορές στη βία, στη μνήμη και στην ανθρώπινη φθορά υποδηλώνουν ότι η ποίηση λειτουργεί ως χώρος όπου το προσωπικό βίωμα συναντά την ιστορία. Με αυτή την έννοια, η ποίηση του Βέη μπορεί να ιδωθεί ως μια μορφή ποιητικής μαρτυρίας για την ανθρώπινη κατάσταση.
Ο συγκεντρωτικός τόμος Ποιήματα 1974–2024 καθιστά έτσι ορατή τη συνοχή μιας ποιητικής διαδρομής που συνδυάζει τη λυρική ευαισθησία με τον φιλοσοφικό στοχασμό και την ελληνική ποιητική παράδοση με έναν διεθνή ποιητικό ορίζοντα. Η ποίηση του Βέη εμφανίζεται ως μια ποιητική κοσμογραφία, όπου η εικόνα, η μνήμη και η γλώσσα συγκροτούν έναν ιδιαίτερο τρόπο κατανόησης του κόσμου.
Σαν κοιτάς ένα ποίημα
Μόνι οἱ λέξεις, τ’ ἀρίφνητο κοπάδι οἱ λέξεις σοῦ ἔχουν ἀπομείνει
Μάρκος Αὐγέρης
Λέω, ὡραῖα:
ὅ,τι γράφεις, ὅ,τι σκέφτεσαι ποιητικά
καί συνάμα ὅ,τι ἀποβλέπει στήν αἰσθητική πληρότητα.
Ἀρέσουν πολύ ἐξάλλου στό κοινό
οἱ παρομοιώσεις, οἱ μεταφορές
καί κυρίως τά εὑρήματα.
(καί τό ξέρεις: τά πρωτότυπα εὑρήματα εἶναι πού σέ ἀναβιβάζουν).
Ἐπίσης οἱ παρηχήσεις τῶν στίχων, οἱ ἀρνήσεις
καί μιά κάποια πόζα
συμβάλλουν θετικά στό κείμενό σου.
Δέν λέω, οἱ ἐπιδράσεις θά εἶναι καταφανεῖς
τό σύνολο τῶν ξένων στίχων θά εἶναι ἐνοχλητικό
οἱ ἐπαναλήψεις καί οἱ ξερές ἐκφράσεις θά σέ τυραννοῦν.
Πλήν ὅμως ἡ ζωή, τό νόημα τῆς ἐποχῆς
θά κυριαρχεῖ,
θά εἶναι ἕνα παλλόμενο κύτταρο.
Ἀλλά καί πάλι κάτι θά λείπει.
Ἀλλά καί πάλι κάτι θά περισσεύει.
τό καίριο,
τό ἀπόλυτο,
τό λεκτικό τῆς ποίησης τῆς μιᾶς καί μόνης
θ‘ ἀπουσιάζει…
Καί τότε δέν θά σοῦ μείνει, παρά νά πεῖς:
—Τί κρίμα, ἔμεινα ἕνας ἐγκεφαλικός ποιητής
ἕνας κουτός ποιητής
καί προπάντων ἕνας ἀνώφελος γέρος.
Ἀλλά θά ἰσχυριστεῖς πάλι:
—Ἴσως νά ὑπάρχει ἕνα πουλί
ἕνα ἀστέρι, ἕνα ψάρι κ
άτι πού μπορεῖ νά βρεῖ ὡραῖον τό ἔργον
νά τό δεῖ καί νά τό ἀγαπήσει.
Κι ἀκόμα νά τ’ ἀποστηθίσει, νά τό ἀπαγγείλει
περήφανα στά ἄλλα πουλιά, στά ἄλλα ψάρια
στά ἄλλα «κάτι».
Ἴσως καί ν’ ἀνθολογηθεῖ σέ βίβλους καί σέ τόμους.
Οἱ τύψεις ὅμως καί τότε θά σέ κυκλώνουν,
γιά τό ὅτι δέν ἔδωσες τό ἕνα, τό μόνο
ἐκεῖνο ποίημα, πού θά ’βαζε φωτιά
πού θά κήρυχνε πολέμους.
Κι ἀποσταμένος θά γέρνεις
ὅπως σέ παρέλαση στίχων νεκρῶν
σέ κιτρινισμένες σελίδες ἔγκριτου περιοδικοῦ.
Καί θά ’ρθουν οι ἄλλοι – οἱ πολλοί πού
τά ἴδια θά σκεφθοῦν, ὄμορφα καί ποιητικά.
Κι ἐσύ θά πεθαίνεις ἀκούγοντας διαβάζοντας…
Μην ξοδεύεις τις λέξεις
Συνέλαβαν τίς λέξεις τίς ὕποπτες στόν δρόμο.
Νάνος Βαλαωρίτης
Ι
Νά τίς ἀγαπᾶς τίς λέξεις, νά τίς προσέχεις…
Νά προσεύχεσαι γι’ αὐτές, νά τίς ἀγγίζεις μέ στοργή
σάν νά ’ναι τ’ ἀστέγνωτα μάτια σου,
σάν νά ’ναι οἱ μικρές κρυφές πληγές σου.
Νά τίς σέβεσαι τίς λέξεις, νά τίς καλημερίζεις
τήν κάθε φορά πού θά τίς συναντᾶς,
χωρίς φόβο νά μιλᾶς γι’ αὐτές.
Κρύψε βαθιά τίς καλύτερες ἀπ’ αὐτές,
σ’ ἕνα μέρος βαθιά στή γῆ,
μακριά ἀπ’ τίς Μοῖρες, τίς Σκουριές καί τούς Χοίρους
σ’ ἕναν τόπο σκοτεινό, ἤρεμο χωρίς νά τό πεῖς πουθενά.
Κι ἄν παρ’ ὅλα αὐτά ἔρθει ἡ στιγμή νά σ’ τίς πάρουν μέ τό ἔτσι
θέλω,
ἀγωνίσου γι’ αὐτές,
δεῖξ’ τους τό γυμνό σου στῆθος,
ἄνοιξέ τους τήν καρδιά σου,
μίλα τους σάν νά ’ναι Χριστιανοί.
Μήν ξοδεύεις τίς λέξεις στά καφενεῖα,
σάν μικρές κόκκινες μπάλες,
σάν προδομένες φευγαλέες βροχές.
Νά βρεῖς γιά τίς λέξεις μιά μικρή χώρα δίχως σημαῖες…
(Πιό καλά ὅμως νά σταματήσουμε, ἄς μή μιλᾶμε πιά γι’ αὐτό
τό θέμα.)
Newsletter
BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες
