Ο Μανόλης Σειραγάκης μιλά στο Σαλόνι του BookSitting, με αφορμή την «Ισμήνη» της Καρόλ Φρεσέτ, που σκηνοθετεί στο Θέατρο Arroyo.
Συνέντευξη στην Αλεξία Καλογεροπούλου
alexia.kalogeropoulou@gmail.com
Ο Μανώλης Σειραγάκης γεννήθηκε στο Ρέθυμνο, όπου και σπούδασε φιλολογία. Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές (MA) στην Αθήνα, στο τμήμα θεατρικών σπουδών, όπου εκπόνησε και τη διδακτορική του διατριβή για το ελαφρό μουσικό θέατρο στον Μεσοπόλεμο (υπό έκδοση, Καστανιώτης). Έχει δημοσιεύσει άρθρα στα περιοδικά «Νέα Εστία», «Παράβασις», «Επτά Ημέρες», «Ατάκα», «Τζαζ και Jazz», «Πυξίδα», «Αριάδνη», «Δρώμενα» και στον τιμητικό τόμο «Στέφανος» για τον καθηγητή Βάλτερ Πούχνερ. Έγινε λέκτορας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης τον Μάιο του 2007. Ως ηθοποιός έχει πάρει επτά φορές μέρος στο Φεστιβάλ Επιδαύρου (Ανοιχτό Θέατρο Γ. Μιχαηλίδη, Εθνικό Θέατρο, Θεσσαλικό Θέατρο).
Αφού σας καλωσορίσω στο Σαλόνι του BookSitting, κ. Σειραγάκη, θα ήθελα να ρωτήσω πώς προέκυψε η συνάντησή σας με το κείμενο της Καρόλ Φρεσέτ και τι ήταν αυτό που σας έκανε να νιώσετε ότι η δική της Ισμήνη αφορά το σήμερα;
Συναντηθήκαμε με την Ισμήνη σε μια περίπλοκη συγκυρία. Είχα συμμετάσχει για ένα διάστημα πριν δυο δεκαετίες και παραπάνω σε ένα ερευνητικό studio υποκριτικής, όπου δουλεύαμε την αντίστοιχη Ισμήνη του Γιάννη Ρίτσου και στο Φεστιβάλ Αντίβαρο, που διευθύνω στο Ρέθυμνο, είχαμε φιλοξενήσει την παράσταση του έργου που είχε ανεβάσει ο αείμνηστος Βασίλης Νικολαΐδης με την Μαριάνθη Σιοντάκη στον φερώνυμο ρόλο. Τον Μάη του 2024 δέχτηκα την πρόταση του μεταφραστή Δημήτρη Φίλια να σκηνοθετήσω μια άλλη Ισμήνη, εκείνη της Καρόλ Φρεσέτ από τον Καναδά, σε μια περίοδο μάλιστα που δούλευα εντατικά για να εκδώσω μια μελέτη πάνω στον πρώτο Έλληνα θεατρικό σκηνοθέτη, τον Κωνσταντίνο Χρηστομάνο, και τις τρεις σκηνοθεσίες του πάνω στο αρχαίο δράμα. Η μια από αυτές ήταν η Αντιγόνη του Σοφοκλή (1903). Το βιβλίο έφυγε για το τυπογραφείο την περασμένη εβδομάδα και νομίζω ότι η σκηνοθεσία της Ισμήνης το έχει επηρεάσει και βοηθήσει πολύ.

Στο έργο του Σοφοκλή βλέπουμε μια ηρωίδα που συχνά περιγράφεται ως «αντι-Αντιγόνη». Ποια είναι η δική σας ανάγνωση πάνω στη στάση ζωής της Ισμήνης και πώς αυτή συνομιλεί με τις προκλήσεις της δικής μας εποχής;
Η υποτιθέμενα δειλή και φοβισμένη Ισμήνη τολμά να πει ένα τεράστιο όχι στο επιτακτικό, σχεδόν εκβιαστικό, ερώτημα που θέτει η αδελφή της: είσαι σύμμαχος ή εχθρός μου; Καταλαβαίνουμε ότι στις μέρες μας, με την κλιμακούμενη πολεμική ένταση, η πράξη αυτή, αν μεταφερθεί στο τώρα, αντιστρέφει τον όρο ηρωικός και τον μετατοπίζει εντυπωσιακά, σχεδόν φέρνει τα πάνω κάτω στον μύθο και την αντιμετώπισή του. Σήμερα που έχουμε μεγάλη ανάγκη μια πιο νηφάλια ανάγνωση των μύθων πέρα από τα ακαδημαϊκά κλισέ, το έργο της Φρεσέτ, όπως έκανε νωρίτερα και το αντίστοιχο του Ρίτσου, ανοίγει έναν εξαιρετικά γόνιμο διάλογο για την πολιτική στράτευση, την ατομική γενναιότητα και τον προσωπικό και κοινωνικό ηρωισμό.
Ας έρθουμε στο «στήσιμο» της παράστασης, ποιο ήταν το σκεπτικό πίσω από τη συνεργασία σας με την Κάλλη Καραδάκη; Πώς λειτουργεί ο σκηνικός χώρος σε σχέση με την εσωτερική διαδρομή της ηρωίδας;
Με τη σταθερή συνεργάτιδά μου Κάλλη Καραδάκη έχουμε μια φοβερά γόνιμη, επομένως σφοδρά συγκρουσιακή, σχέση. Κατά παράδοση, της προτείνω τις πρώτες ιδέες που μου έρχονται στο μυαλό για να τις απορρίψει πανηγυρικά, άλλοτε συζητώντας διεξοδικά τις πάει λάθος με αυτές κι άλλοτε με μια μονολεκτική φράση του τύπου «αηδίες», «χαζομάρες» κ.λπ. (Γελάει). Γνωριζόμαστε από το Λύκειο και υπάρχει βαθιά αγάπη και αλληλεκτίμηση. Το γόνιμο διάστημα στη δουλειά μας ξεκινά ακριβώς μετά την πρώτη αυτή απόρριψη. Έχει πεταχτεί το εύκολο, το πασιφανές, το πρόδηλο κι αρχίζει η έρευνα για κάτι βαθύτερο, ουσιαστικότερο, εκφραστικότερο. Έτσι έγινε κι εδώ. Οι πρώτες σκέψεις ήθελαν κάτι πολύ ρεαλιστικό, σχεδόν νατουραλιστικό, για σκηνικό, γρήγορα όμως οδηγηθήκαμε από κοινού στη δημιουργική αφαίρεση και στο εύρημά της, που θα δείτε στη σκηνή, το οποίο με κέρδισε αμέσως μόλις μου το ανακοίνωσε και κέρδισε ολοκληρωτικά και την Καρόλ Φρεσέτ, όταν είδε την παράσταση του έργου στην Τρίπολη.

Σκηνοθετικά, πώς δουλέψατε πάνω στις διαφορετικές ψυχολογικές αποχρώσεις του ρόλου (από τον αυτοσαρκασμό μέχρι την ενοχή), ώστε να διαμορφωθεί ο χαρακτήρας που βλέπουμε επί σκηνής από την Ηλέκτρα Φραγκιαδάκη;
Αποφασίσαμε με την Ηλέκτρα ότι δεν θα πρέπει να διστάσουμε να διαφοροποιήσουμε την ηρωίδα στη ροή του μονολόγου. Έχει να αφηγηθεί και να υπερασπιστεί μια ολόκληρη ζωή, δεν είναι επομένως λογικό να παίξει όλη την ώρα με τον ίδιο τρόπο. Χωρίσαμε λοιπόν το έργο σε δεκαπέντε περίπου «σκηνές», ας τις πούμε έτσι, και πήραμε την ελευθερία να μπορεί η ηθοποιός να διαφοροποιείται ελεύθερα από τη μια στην άλλη, αλλάζοντας εντελώς ύφος, ατμόσφαιρα, τόπο ακόμα και χρόνο, όπου χρειαζόταν, στη διήγησή της. Αυτό την έκανε ανάγλυφη, τρισδιάστατη, σαν γλυπτό.
Δεδομένου ότι η παράσταση απευθύνεται και σε μαθητές, ποια στοιχεία της ιστορίας της Ισμήνης θεωρείτε ότι προσφέρουν μια νέα αφορμή για συζήτηση μέσα σε μια σχολική τάξη;
Οι περισσότεροι φιλόλογοι θα έσπευδαν να συγκρίνουν την ηρωίδα με την Αντιγόνη του Σοφοκλή. Προσωπικά, θα παρότρυνα να ανοίξει μια συζήτηση για τις αδελφικές σχέσεις. Είναι, θεωρώ, πολύ ουσιαστικότερη, είτε υπάρχει αδερφός/ή στο σπίτι είτε όχι. Οι αδερφικές σχέσεις σπάνια συζητιούνται όταν αναζητούμε τα στοιχεία που διαμόρφωσαν την προσωπικότητά μας, ωστόσο είναι αδιαμφισβήτητο ότι μας χαράζουν, μας επηρεάζουν, μας σημαδεύουν. Η έννοια της σχέσης με έναν άνθρωπο περίπου στην ίδια ηλικία με μας, προετοιμάζει κατά μία έννοια τον νέο άνθρωπο για τις επόμενες σημαντικές σχέσεις του, ερωτικές, φιλικές, επαγγελματικές. Το θέμα της επιρροής και της ισχύος του άλλου αυτού ατόμου πάνω μας έχει ξεχωριστή σημασία.
Κλείνοντας, ποια ερωτήματα ή ποια αίσθηση θα θέλατε να συντροφεύουν τον θεατή αφού βγει από την αίθουσα του Θεάτρου Arroyo;
Υπάρχει πολύ μεγάλη γκάμα θεμάτων τα οποία πραγματεύεται το έργο της Φρεσέτ κι εδώ ξεδιπλώσαμε ένα πολύ μικρό μέρος. Θα μπορούσε κανείς να σταθεί στο πολιτικό σκέλος, στο οικογενειακό, στο υπαρξιακό, στο ιστορικό, στο αυτοαναφορικό για την ίδια την τέχνη του θεάτρου -γιατί πιστεύω ότι μέσα από την Ισμήνη η Φρεσέτ καθαγιάζει και την τέχνη που της έδωσε λόγο να εκφράσει αυτά που θέλει. Το θέατρο είναι η τέχνη εκείνη στην οποία μπορείς να πειραματιστείς με ζωές, κυρίως με τη δική σου βέβαια, και να δεις ποια πράγματα πετυχαίνουν ή αποτυγχάνουν, αν ακολουθήσεις τον ένα ή τον άλλο δρόμο. Σίγουρα πάντως ο θεατής φεύγει με τη βεβαιότητα ότι πρέπει οπωσδήποτε να ακούσει νηφάλια και τις δυο (τουλάχιστον) εκδοχές ενός μύθου, πριν καταλήξει -προσωρινά μόνο- σ’ αυτήν που θα κρατήσει σύμφωνα με τον χαρακτήρα, την προσωπικότητα και την ατομική του πορεία. Άλλωστε η αμφιβολία είναι ιερό πράγμα και μέγιστη αξία για την ελληνική σκέψη.
Newsletter
BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες
