Βυζάντιο – Ιταλία – Ευρώπη. Το ελληνικό αλφάβητο ως αρχείο της ευρωπαϊκής μνήμης.
Της Τζίνας Καρβουνάκη
Η έκθεση «ΑΛΦΑ ΒΗΤΑ – Τα ελληνικά γράμματα στη Δύση», που παρουσιάζει η Βουλή των Ελλήνων με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας, μπορεί να ιδωθεί όχι μόνο ως μια ιστορική παρουσίαση τεκμηρίων αλλά και ως μια πρόσκληση σε θεωρητικό αναστοχασμό γύρω από τη σχέση γλώσσας, γραφής και πολιτισμικής μνήμης.
Το ελληνικό αλφάβητο λειτουργεί ως συμβολικός άξονας μιας μακράς ιστορίας μεταφοράς της γνώσης. Δεν πρόκειται απλώς για ένα σύστημα γραφής, αλλά για έναν από τους σημαντικότερους μηχανισμούς μέσα από τους οποίους η ευρωπαϊκή σκέψη απέκτησε μορφή και διάρκεια.
Από φιλοσοφική άποψη, η γραφή δεν είναι ένα απλό μέσο αποτύπωσης της σκέψης. Όπως έχει υποστηρίξει ο Jacques Derrida, η γραφή συγκροτεί τον ίδιο τον χώρο μέσα στον οποίο η μνήμη γίνεται δυνατή. Με αυτή την έννοια, το ελληνικό αλφάβητο μπορεί να ιδωθεί ως ένα είδος αρχείου της ευρωπαϊκής σκέψης: μια υλική μορφή μέσα στην οποία οι έννοιες της φιλοσοφίας, της επιστήμης και της ποίησης υπήρξαν μεταβιβάσιμες στον χρόνο.
Η ιστορία που αφηγείται η έκθεση ξεκινά από το Βυζάντιο. Για μεγάλο χρονικό διάστημα η δυτική ιστοριογραφία αντιμετώπιζε το Βυζάντιο ως μια μεταβατική περίοδο μεταξύ αρχαιότητας και νεωτερικότητας. Ωστόσο, μια προσεκτικότερη ανάγνωση αποκαλύπτει ότι ο βυζαντινός κόσμος υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους χώρους επεξεργασίας της ελληνικής γραμματείας.
Τα scriptoria των μοναστηριών, οι σχολές της Κωνσταντινούπολης και τα φιλολογικά εργαστήρια των λογίων λειτούργησαν ως τόποι όπου τα αρχαία κείμενα αντιγράφηκαν, σχολιάστηκαν και εντάχθηκαν σε νέα ιστορικά και θεολογικά συμφραζόμενα. Σε αυτά τα περιβάλλοντα η ελληνική γραφή συνέχισε να λειτουργεί ως ζωντανό εργαλείο σκέψης.
Η μεταφορά αυτής της γραμματείας προς τη Δύση, και ιδιαίτερα προς την Ιταλία, αποτελεί ένα από τα καθοριστικά γεγονότα της ευρωπαϊκής πνευματικής ιστορίας. Οι βυζαντινοί λόγιοι που εγκαταστάθηκαν στις ιταλικές πόλεις δεν μετέφεραν μόνο χειρόγραφα. Μετέφεραν επίσης έναν τρόπο ανάγνωσης των κειμένων και μια συγκεκριμένη παράδοση παιδείας.
Στις ακαδημίες και στα πανεπιστήμια της Ιταλίας, η ελληνική γλώσσα έγινε αντικείμενο συστηματικής μελέτης. Μέσα από αυτή τη διαδικασία αναδύθηκε η φιλολογική επιστήμη της Αναγέννησης και διαμορφώθηκε το ουμανιστικό ιδεώδες της επιστροφής στις πηγές (ad fontes).
Σε αυτό το σημείο γίνεται φανερό ότι η διάδοση της ελληνικής γραμματείας στη Δύση δεν μπορεί να περιγραφεί απλώς ως ιστορία επιρροής. Πρόκειται περισσότερο για μια διαδικασία πολιτισμικής μετάφρασης. Όπως έχει επισημάνει ο Paul Ricoeur, κάθε μετάφραση είναι μια πράξη φιλοξενίας: μια γλώσσα ανοίγει τον χώρο της για να υποδεχθεί μια άλλη.
Η Ευρώπη, υπό αυτή την έννοια, μπορεί να ιδωθεί ως ένας χώρος συνεχούς μεταφραστικής δραστηριότητας. Ο Umberto Eco είχε υποστηρίξει ότι «η γλώσσα της Ευρώπης είναι η μετάφραση». Η ιστορία των ελληνικών γραμμάτων στη Δύση αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αρχής.
Από τα βυζαντινά χειρόγραφα έως τις τυπογραφικές εκδόσεις της Βενετίας, η ελληνική γλώσσα μετακινήθηκε μέσα σε διαφορετικά πολιτισμικά περιβάλλοντα, μετασχηματιζόμενη αλλά και διατηρώντας τον πυρήνα της.
Σε αυτό το πλαίσιο, η έκθεση της Βουλή των Ελλήνων αποκτά μια ιδιαίτερη σημασία. Δεν περιορίζεται στην παρουσίαση ιστορικών τεκμηρίων. Προτείνει έναν τρόπο να σκεφτούμε τη γλώσσα ως χώρο πολιτισμικής συνέχειας.
Τα γράμματα λειτουργούν εδώ ως συμβολική αφετηρία μιας ιστορίας που εξακολουθεί να διαμορφώνει την ευρωπαϊκή πνευματική ταυτότητα. Κάθε γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου φέρει μέσα του ίχνη από τα κείμενα που γράφτηκαν με αυτό: φιλοσοφικά έργα, θεολογικές πραγματείες, ποιητικά κείμενα, επιστημονικές θεωρίες.
Αν η ιστορία των ελληνικών γραμμάτων στη Δύση είναι μια ιστορία μετακινήσεων και μεταφράσεων, τότε η ελληνική γλώσσα μπορεί να ιδωθεί ως ένας ιδιαίτερος τόπος κατοίκησης της ευρωπαϊκής σκέψης. Ο Giorgio Agamben έχει παρατηρήσει ότι η Ευρώπη δεν συγκροτείται μόνο ως γεωγραφικός ή πολιτικός χώρος αλλά ως κοινότητα μνήμης που κατοικεί μέσα στη γλώσσα. Υπό αυτή την έννοια, η ελληνική γλώσσα λειτουργεί ως μια από τις βαθύτερες «πατρίδες» της ευρωπαϊκής σκέψης: ένας τόπος στον οποίο οι έννοιες της φιλοσοφίας, της ποίησης και της επιστήμης απέκτησαν για πρώτη φορά μορφή και από τον οποίο συνέχισαν να μετακινούνται προς άλλες γλώσσες.
Η διαδρομή των ελληνικών γραμμάτων από το Βυζάντιο προς την Ιταλία και από εκεί προς την υπόλοιπη Ευρώπη αποκαλύπτει έτσι κάτι περισσότερο από μια πολιτισμική μετάδοση. Αποκαλύπτει μια κοινή ιστορία σκέψης, γραμμένη σε διαφορετικές γλώσσες αλλά εγγεγραμμένη σε ένα κοινό αλφάβητο μνήμης. Το «άλφα» και το «βήτα» της έκθεσης δεν σηματοδοτούν μόνο την αρχή μιας γλώσσας· υποδηλώνουν την αρχή ενός διαλόγου που εξακολουθεί να διαμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο η Ευρώπη σκέφτεται τον εαυτό της.
Σε αυτή την προοπτική, η πρωτοβουλία της Βουλή των Ελλήνων να παρουσιάσει την έκθεση με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας δεν λειτουργεί μόνο ως μια πράξη τιμής προς το παρελθόν. Συνιστά ταυτόχρονα μια υπενθύμιση ότι η ελληνική γλώσσα εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους θεμελιώδεις ορίζοντες μέσα στους οποίους η ευρωπαϊκή σκέψη συνεχίζει να αναζητεί τις λέξεις της.
Newsletter
BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες
