Συνέντευξη στην Αλεξία Καλογεροπούλου
alexia.kalogeropoulou@gmail.com
Ο Γιώργος Χ. Θεοχάρης (γεν. 1951 στη Δεσφίνα Φωκίδας) είναι Έλληνας ποιητής, συγγραφέας και εκδότης με μακρά προσφορά στα νεότερα ελληνικά γράμματα. Ζει στα Άσπρα Σπίτια Βοιωτίας και έχει εργαστεί στον τομέα της μηχανολογικής συντήρησης πριν αφιερωθεί πλήρως στη λογοτεχνία. Από το 1988 διευθύνει το λογοτεχνικό περιοδικό «Εμβόλιμον» και υπήρξε μέλος της σύνταξης της έντυπης εφημερίδας Book Press. Έχει δημοσιεύσει ποιήματα, δοκίμια και κριτικές σε ελληνικά και διεθνή λογοτεχνικά έντυπα, ενώ τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες, όπως αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά και ισπανικά. Το βιβλίο του για τη Σφαγή στο Δίστομο τιμήθηκε με Κρατικό Βραβείο Χρονικού‑Μαρτυρίας και η συλλογή «Πλησμονή οστών» μπήκε στη βραχεία λίστα του Κρατικού Βραβείου Ποίησης. Είναι ενεργό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και συνεχίζει να συμβάλλει στη λογοτεχνική σκηνή με νέες εκδόσεις και ανθολογίες.
Κύριε Θεοχάρη, στα γραπτά σας, τόσο στην ποίηση όσο και στην πεζογραφία, συνδέετε συχνά τη μνήμη με την καθημερινή ζωή. Πώς αποφασίζετε τι θα κρατήσετε και τι θα αφήσετε στην πορεία της αφήγησης ή του ποιητικού στίχου;
Η μνήμη, άλλοτε τυραννική κι άλλοτε ευεργετική είναι παρούσα κάθε στιγμή στη ζωή μας. Ο δημιουργός καλείται να την διαχειριστεί προς όφελος της γραφής, ώστε το κείμενο να μπορεί να μιλήσει στον αναγνώστη. Μ’ αυτό το κριτήριο αποφασίζω πώς θα υφάνω τη μνήμη με το παρόν του ποιήματος ή της πρόζας.
Ως διευθυντής και εκδότης του περιοδικού Εμβόλιμον, που συνεχίζει την κυκλοφορία του αδιάλειπτα από το 1988, πώς βλέπετε την εξέλιξη της λογοτεχνίας σήμερα; Τι σας δίνει χαρά και τι σας ανησυχεί στην τωρινή λογοτεχνική σκηνή;
Η εμφάνιση νέων ποιητών, της λεγόμενης Γενιάς του νέου αιώνα, δημιουργεί, με την ποιότητα της γραφής τους, ισχυρή προσδοκία ανανέωσης του ποιητικού λόγου. Αντίστοιχα στη πεζογραφία και στο δοκίμιο έχουμε ήδη πολύ ενδιαφέρουσες υπογραφές. Ωστόσο η εκδοτική υπερπληθώρα στριμώχνει τους τίτλους στους πάγκους των βιβλιοπωλείων, σκεπάζει το ένα βιβλίο το άλλο και η έλλειψη κρατικής στήριξης του βιβλίου, η απουσία μεταφραστικής πολιτικής, η θεσμική αδιαφορία για το βιβλίο γενικότερα είναι παράμετροι απογοητευτικές για το μέλλον. Τέλος το κλείσιμο μικρών βιβλιοπωλείων, που συμβαίνει τον τελευταίο καιρό επιτείνει τα προβλήματα.
Ποια ήταν η δημιουργική διαδικασία πίσω από το πρόσφατο έργο σας «Εκ φύσεως…», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Θράκα; Υπήρξαν στιγμές που σας εξέπληξαν ή σας οδήγησαν σε νέες κατευθύνσεις σε σχέση με τα προηγούμενα βιβλία σας;

Πρόκειται για το ένατο ποιητικό βιβλίο μου, στο οποίο πραγματεύομαι τη σχέση μου με τον φυσικό κόσμο –τον κόσμο μέσα στον οποίο ζω, στο δυτικό άκρο της Βοιωτίας, στη βόρεια ακτή του Κορινθιακού Κόλπου. Δεν είναι η πρώτη ποιητική μου κατάθεση με ποιήματα που αναφέρονται στη φύση. Προηγήθηκε η συλλογή Ότι εγκρατής η επικράτεια, το 2019. Εκεί επιχείρησα ασκήσεις μετρικής με αφορμή την ομορφιά της χλωρίδας και της πανίδας του τόπου (που μου δίνει ασταμάτητα αφορμές έκφρασης). Η φυσική επικράτεια που μας περιβάλλει έχει εγκράτεια, σύνεση, διακονεί το ταπεινό, μαζί με το υπέρλαμπρο –έτσι όπως οφείλει να πράττει κι η Ποίηση.
Το φυσικό περιβάλλον με εκπλήσσει εξακολουθητικά, περπατώντας στα μονοπάτια του χώρου που ζω∙ το ποίημα με περιμένει σε κάθε στροφή: στο σχήμα μιας πέτρας, στα καρδιόσχημα φύλλα των κυκλαμίνων καθώς προβάλουν στις λόχμες των βράχων, στο θρόισμα των φύλλων της ελιάς –δέντρο που κυριαρχεί στον τόπο μου-, στο ξαφνικό σύρσιμο της σαύρας που ξετρυπώνει και τρυπώνει σαν σαΐτα μέσα στα χόρτα, στους κελαηδισμούς των πουλιών, στις σμιλεμένες κροκάλες των ρεμάτων που μένουν στεγνά προσμένοντας την ευεργεσία της βροχής, στο αδέσποτο σκυλάκι που ακολουθεί τον βηματισμό μου αποζητώντας το χάδι μου, στο οργωμένο χώμα, στην πρωινή πάχνη, στους λαμπυρισμούς των δροσοσταλίδων πάνω στα δέντρα, στις λόγχες των ασφοδείλων που με τις όμορφες ταξιανθίες τους φρουρούν την παρθενικότητα του τοπίου, στις συγχορδίες του βόμβου των μελισσών καθώς ρουφούν το νέκταρ από τους κροκάτους ανθούς του σπάρτου… Ένα τετράστιχο αποτελεί το credo της ποιητικής και της ουσίας της καθημερινότητάς μου: Όσο κι αν γρούζει εντός μου / των ζοφερών καιρών η αλγηδόνα / μία της φύσεως αίσθησις αρκεί / για νά ‘βρω έλεος στον ελαιώνα…
Πολλά από τα έργα σας αγγίζουν την ιστορική μνήμη και την ανάγκη να μην ξεχάσουμε σημαντικά γεγονότα. Τι σημαίνει για εσάς, προσωπικά, η λογοτεχνία ως ένας τρόπος να διατηρείται αυτή η μνήμη ζωντανή;
Η μνήμη, βιωμένη ή διαμεσολαβημένη, είναι στοιχείο ταυτότητας του ανθρώπου και του τόπου, συνεπώς η διατήρησή της αποτελεί καθήκον για τον λογοτέχνη. Η ποίησή μου είναι κιβωτός μνήμης και η λογοτεχνική διαχείριση της μνήμης παρέχει τη δυνατότητα να φτάσει ως πληροφορία πολύ πιο αποτελεσματικά στους ανθρώπους. Είμαι ευτυχής γιατί το 2010 κατέθεσα στην ανάγνωση την εργασία μου τη σχετική με τη Σφαγή στο μαρτυρικό Δίστομο, από τους Γερμανούς Ναζί, το 1944 και γιατί το 2021 με το βιβλίο μου Δίφορη μνήμη, μνημείωσα την κοινοτική ζωή έξι δεκαετιών του 20ου αιώνα στο χωριό που γεννήθηκα, τη Δεσφίνα Φωκίδος, με τρόπο που ο αναγνώστης μπορεί διαβάζοντάς το να αισθανθεί το βάρος της ζωής εκείνων των χρόνων σε κάθε γωνιά της ελληνικής επαρχίας.
Τα έργα σας έχουν ταξιδέψει σε άλλες γλώσσες και πολιτισμούς. Πώς βιώνετε αυτή τη συνάντηση με ένα διεθνές κοινό, όταν βλέπετε τη δουλειά σας μεταφρασμένη;

Πράγματι η ποίησή μου έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες κι αυτό δίνει, όσο να πεις, μιαν ικανοποίηση. Αισθάνθηκα ιδιαίτερα όμορφα όταν μεταφράστηκε στα ισπανικά ένα ποίημά μου που αναφέρεται στην πρόσληψη της ποίησης και της προσωπικότητας του Λόρκα στην Ελλάδα. Ένιωσα ότι ο ισπανός αναγνώστης πέρα από την ικανοποίηση της επικοινωνίας με τη γραφή μου έχει τη δυνατότητα να κρίνει και την επάρκειά μου στην ποιητική απόδοση της αίσθησης που άσκησε ο λόγος του σπουδαίου ποιητή στην ελαχιστότητά μου –ένιωσα ότι κάποιος στην άλλη άκρη του Ευρωπαϊκού νότου μπορεί να με κρίνει αλλά και να συγκινηθεί από τη γραφή μου κι αυτό δεν είναι λίγο…
Στην εποχή της ψηφιακής πληροφορίας και των κοινωνικών δικτύων, πώς βλέπετε τον ρόλο του λογοτέχνη σήμερα;
Η ψηφιακή εποχή δημιουργεί τεράστιες δυνατότητες πληροφόρησης και ταυτόχρονα μεγάλους περισπασμούς και διάσπαση της προσοχής. Ο λογοτέχνης, έχοντας ανεξάντλητες πηγές ενημέρωσης, κυρίως μέσα από την ψηφιοποίηση δυσεύρετων αρχείων, οφείλει να αξιοποιεί τις δυνατότητες υπέρ της γραφής και να μην πέφτει στην παγίδα της πρόσκαιρης ικανοποίησης των likes –που εν πολλοίς είναι και κίβδηλα.
Τι σας κάνει να συνεχίζετε να γράφετε κάθε μέρα; Και τι θα θέλατε να μεταφέρετε στους νέους δημιουργούς μέσα από τη δική σας εμπειρία;

Η λογοτεχνική γραφή είναι μία φορά διαδικασία έμπνευσης και εκατό φορές διαδικασία προσήλωσης. Γράφω γιατί δεν μπορώ να σκεφτώ τη ζωή μου δίχως να διαβάζω και να γράφω –δίχως την ανταμοιβή αυτής της προσήλωσης που δεν είναι άλλη από την ψυχική ευφορία που χαρίζει η ολοκλήρωση της γραφής ενός ποιήματος, ενός κειμένου, το οποίο ικανοποιεί την αισθητική προσδοκία του ίδιου του δημιουργού. Στους νέους συναδέλφους/συμμαχητές έχω να ευχηθώ να είναι έντιμοι απέναντι στο ταλέντο που τους χαρίστηκε, να μην το προδώσουν ρέποντας σε ευκολίες, να έχουν υπομονή, να μην απογοητεύονται, να μην θεωρήσουν ποτέ πως η καταξίωση και τα βραβεία είναι το πρώτιστο ζητούμενο αλλά να είναι υπερήφανοι αν η γραφή τους μίλησε έστω και σε έναν άλλον άνθρωπο και του έδωσε μιαν απάντηση σε βασανιστικά ερωτήματα λειτουργώντας είτε σαν χέρι σωστικό είτε σαν αγκαλιά είτε ακόμη και σαν βλέμμα αγαπητικό έστω και φευγαλέο. Αν σε ένα τους ποίημα, σε έναν στίχο τους, ένας αναγνώστης -έστω ένας- βρήκε τον εαυτό του και αισθάνθηκε πως για κείνον γράφτηκε, τότε ο νέος δημιουργός οφείλει να νιώσει δικαιωμένος, ως να έχει τιμηθεί με το Nobel.
Newsletter
BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες
