Για το Φεστιβάλ «Αναδρομές» του Εθνικού Θεάτρου, στο κτίριο Τσίλλερ.
Της Τζίνας Καρβουνάκη
Το φεστιβάλ «Αναδρομές» του Εθνικού Θεάτρου, που πραγματοποιήθηκε από τις 14 ως τις 18 Ιανουαρίου 2026 στην Κεντρική Σκηνή του κτιρίου Τσίλλερ, συνιστά μια ενδιαφέρουσα θεσμική και αισθητική πρωτοβουλία με σαφή προσανατολισμό προς την ανασύσταση της θεατρικής μνήμης. Ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο συγκροτήθηκε το εγχείρημα δεν επέλεξε τη μορφή της επετειακής αναπαράστασης ούτε παραδόθηκε σε μια νοσταλγική επίκληση ενός “ένδοξου” παρελθόντος. Αντιθέτως, η επιλογή της φόρμας των θεατρικών αναλογίων πρότεινε μια διαφορετική πρόσληψη της αναδρομής: όχι ως επιστροφής στο “ήταν”, αλλά ως αναστοχασμού πάνω στο “πώς και γιατί διαβάζουμε σήμερα” τα ιστορικά κείμενα του νεοελληνικού δραματολογίου.
Η διοργάνωση αποκτά έτσι χαρακτήρα σχεδόν εργαστηριακό: το θέατρο, απογυμνωμένο από το πλήρες οπτικό του περίβλημα, μετατρέπεται σε πεδίο ακρόασης. Η φωνή, ο ρυθμός, η άρθρωση και η γλωσσική υλικότητα του κειμένου επανέρχονται στο προσκήνιο ως πρωτεύοντα στοιχεία θεατρικότητας. Σε αυτό το πλαίσιο, ο θεατής δεν καλείται να “παρακολουθήσει μια παράσταση”, αλλά να συμμετάσχει σε ένα γεγονός που προϋποθέτει εγρήγορση: να ακούσει, να συγκρίνει, να αναγνωρίσει, να επανερμηνεύσει.
Το ανάλογιο ως μορφή: από την παράσταση στην ανάγνωση – γεγονός
Τα θεατρικά αναλόγια, ως καλλιτεχνική επιλογή, εδράζονται σε μια διπλή συνθήκη. Από τη μία, υπενθυμίζουν ότι το θέατρο δεν είναι πρωτίστως εικόνα, αλλά λόγος σε δράση. Από την άλλη, επαναφέρουν τη δραματουργία στην εστία της πρόσληψης, αναδεικνύοντας την ιστορικότητα της γλώσσας και τη συνάρτησή της με τις κοινωνικές και ιδεολογικές μετατοπίσεις κάθε εποχής.
Αυτό καθιστά το φεστιβάλ «Αναδρομές» έναν μηχανισμό επαναδιαπραγμάτευσης του κανόνα. Τα έργα δεν προσφέρονται ως κλειστές, «τελειωμένες» μορφές, αλλά ως κείμενα που ενεργοποιούνται εκ νέου μέσα από την ανάγνωση. Πρόκειται, θα λέγαμε, για μια μορφή σκηνικού αρχείου: όχι όμως ως στατικού αποθέματος, αλλά ως δυναμικού πεδίου που ανασυντίθεται από τη ζωντανή φωνή.
Επιλογή έργων: ένας άξονας ιστορικής συνέχειας και αισθητικής τομής
Η επιλογή των έργων, Απόκοτος του Μπεργαδή, Κορακιστικά του Νερουλού, Ο Βασιλικός του Αντωνίου Μάτεση, Οι Κούρδοι του Γιάννη Καμπύση, Η νέα γυναίκα της Καλλιρόης Παρρέν, συγκροτεί έναν πολυεπίπεδο χάρτη, στον οποίο η νεοελληνική σκηνή διαβάζεται μέσα από τις βασικές της εντάσεις: γλωσσικές, κοινωνικές, ιδεολογικές, έμφυλες.
Ο Απόκοτος, ως πρώιμο ποιητικό κείμενο της νεοελληνικής γραμματείας, φέρει το ίχνος της αλληγορίας και της μεταβατικής ταυτότητας του λόγου: βρίσκεται ανάμεσα στην αφηγηματική παράδοση και στη σκηνική δυναμική, εγκαθιστώντας μια πρώτη ένδειξη ότι το θέατρο στον ελληνικό χώρο γεννιέται ως πεδίο όπου η γλώσσα δοκιμάζει μορφές και όρια.
Τα Κορακιστικά μεταφέρουν το βάρος προς τη σάτιρα και τον κοινωνικό σχολιασμό, αναδεικνύοντας τον θεατρικό λόγο ως μηχανισμό κριτικής του δημόσιου ήθους. Εδώ η σκηνική πράξη δεν υπηρετεί απλώς την ψυχαγωγία, αλλά ενεργοποιεί τη λειτουργία της ειρωνείας ως μορφής γνώσης: η γελοιοποίηση της επίφασης γίνεται στρατηγική απογύμνωσης του κοινωνικού προσωπείου.
Ο Βασιλικός του Αντωνίου Μάτεση, από την άλλη, αποτελεί κομβικό σημείο για την κατανόηση της νεοελληνικής δραματουργίας ως ηθογραφίας που υπερβαίνει την περιγραφή. Η οικογένεια και η κοινότητα εγγράφονται ως πεδία πειθαναγκασμού, όπου η “ηθική” οργανώνει ιεραρχίες, διαχειρίζεται το βλέμμα, επιβάλλει σιωπές. Η αναδρομή σε αυτό το έργο δεν είναι απλώς ιστορική· είναι και ερμηνευτική: επαναφέρει το ερώτημα για το πώς το κοινωνικό σώμα παράγει και αναπαράγει τη βία μέσα από συμβολικές μορφές.
Οι Κούρδοι του Καμπύση εισάγουν αποφασιστικά το ζήτημα της ετερότητας. Ο «άλλος» εδώ δεν εμφανίζεται ως απλή δραματουργική φιγούρα, αλλά ως σημείο όπου η κοινωνία καθορίζει τα όριά της. Το έργο γίνεται έτσι χρήσιμο για μια σύγχρονη ανάγνωση, καθώς φέρνει στο προσκήνιο τον τρόπο με τον οποίο η θεατρική γραφή εμπλέκεται στην κατασκευή ταυτοτήτων και αποκλεισμών.
Τέλος, η Νέα γυναίκα της Παρρέν εγγράφει στο φεστιβάλ έναν κρίσιμο άξονα: τη γυναικεία χειραφέτηση ως ιδεολογικό και πολιτισμικό αίτημα. Η Παρρέν μεταφέρει στη σκηνή μια σύγκρουση που δεν αφορά μόνο τους ρόλους των φύλων, αλλά το ίδιο το δικαίωμα της γυναίκας να αποτελεί υποκείμενο λόγου. Μέσα στη σειρά των «Αναδρομών», το έργο λειτουργεί ως απόδειξη ότι το νεοελληνικό θέατρο δεν διαμορφώνεται μόνο από “μεγάλους” συγγραφείς, αλλά και από ρωγμές λόγου που ανοίγουν νέες συνειδήσεις.
Το κτίριο Τσίλλερ ως τόπος μνήμης: η αρχιτεκτονική της συνέχειας
Η πραγματοποίηση του φεστιβάλ στο κτίριο Τσίλλερ προσδίδει στη διοργάνωση έναν πρόσθετο συμβολισμό. Ο χώρος δεν λειτουργεί απλώς ως υποδομή, αλλά ως τόπος μνήμης: ένας οργανισμός που φέρει τη χρονικότητα του θεσμού και μεταβάλλει την εμπειρία πρόσληψης. Η ανάγνωση των έργων στο συγκεκριμένο αρχιτεκτονικό και ιστορικό πλαίσιο ενισχύει την αίσθηση ότι το παρελθόν δεν είναι εξωτερικό προς το παρόν· αντιθέτως, το υπονομεύει, το συγκροτεί και το επαναπροσδιορίζει.
Η αναδρομή ως κριτική επιτέλεση
Συμπερασματικά, οι «Αναδρομές» του Εθνικού Θεάτρου συγκροτούν μια πρόταση που αποφεύγει τον διδακτισμό και τη συμβατική επετειακή αφήγηση. Με την επιλογή των θεατρικών αναλογίων, μετατρέπουν το παρελθόν σε ένα πεδίο που δεν «τιμάται» απλώς, αλλά διαβάζεται εκ νέου, άρα κρίνεται, μετακινείται, ενεργοποιείται.
Το φεστιβάλ υπενθυμίζει ότι το θέατρο δεν διατηρείται μόνο με την παραγωγή νέων έργων, αλλά και με την ικανότητά του να επανέρχεται στις ρίζες του όχι για να επιβεβαιώσει έναν κανόνα, αλλά για να τον θέσει υπό δοκιμή. Στο βαθμό που η ανάγνωση γίνεται σκηνική πράξη, η μνήμη δεν είναι παρελθόν: είναι συνεχής διαπραγμάτευση του παρόντος.
Η αξία των «Αναδρομών» δεν εξαντλείται στην ανάκληση ενός ρεπερτορίου, αλλά έγκειται στη μετατροπή της ίδιας της μνήμης σε κριτικό γεγονός. Μέσα από τη μορφή των θεατρικών αναλογίων, το παρελθόν δεν παρουσιάζεται ως αυθεντία που απαιτεί σεβασμό, αλλά ως πεδίο αναμέτρησης που ζητά νέα ερμηνευτικά εργαλεία: η γλώσσα, οι ιδεολογικές εντάσεις, οι έμφυλες και κοινωνικές διαδρομές των κειμένων επανενεργοποιούνται στο «τώρα» της ακρόασης. Έτσι, το φεστιβάλ προτείνει μια σπάνια μορφή θεσμικής αυτοσυνείδησης: δεν προσφέρει την ιστορία του ελληνικού θεάτρου ως κλειστό αφήγημα, αλλά ως ζωντανό αρχείο, όπου κάθε ανάγνωση συνιστά ταυτόχρονα και μια πράξη επανατοποθέτησης της παράδοσης μέσα στο παρόν.
Newsletter
BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες
