Να κοιμάσαι νηστικός σε μία σοφίτα
Να είσαι ο τεμπέλης του σπιτιού
Να γίνεσαι σκουπίδι
Όταν ανοίγεται ένα λερωμένο στόμα
Θα σηκώσω το γιακά
Για να φύγω σαν ένας ληστής
Απὸ το δικό μου σπίτι
Θα κοιμηθώ στους δρόμους
Για να νιώσω ολάκερη την πολιτεία
Να τουρτουρίζει μαζί μου
Στο παλτό μου έχω ένα λεκέ
Αλλά είναι καλό πού δεν τον βλέπω
Θα το ξαπλώσω χάμω
Και θα στρωθώ πάνω του
Να πιω λίγη βραδυά
Στη γωνιά του έρημου κήπου
Θα αιστανθώ τη σελήνη
Όπως δεν αιστάνθηκα τίποτε
Στη ζωή μου
Θα την αιστανθώ στα χείλια μου
Σαν ένα αχλάδι
Στα μάγουλα
Σαν άλλα μάγουλα.
Ο Γιώργος Σαραντάρης, γιος του βιοτέχνη και εμπόρου Δημήτρη Σαραντάρη και της Ματθίλδης Σωτήρου, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1908. Το 1912 η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην Μπολόνια της Ιταλίας, όπου ο ποιητής φοίτησε σε ιταλικά σχολεία και στη συνέχεια σπούδασε Νομικά στα πανεπιστήμια της Μπολόνια και της Ματσεράτα. Γνωρίζοντας καλύτερα τα ιταλικά παρά τα ελληνικά, ήρθε το 1931 στην Ελλάδα, για να υπηρετήσει στον στρατό και να εργαστεί. Το τελευταίο δεν το έκανε ποτέ έζησε τη σύντομη ζωή του φτωχικά με ένα μικρό εισόδημα που του παραχώρησε η οικογένειά του και ασχολήθηκε αποκλειστικά με τα γράμματα. Κινήθηκε στους λογοτεχνικούς κύκλους τόσο της Αθήνας όσο και της Θεσσαλονίκης και πήρε ενεργό μέρος στις πνευματικές ζυμώσεις της δεκαετίας του τριάντα. Το 1940 υπηρέτησε στην πρώτη γραμμή του μετώπου ως απλός στρατιώτης. Πέθανε το 1941 από τις κακουχίες του πολέμου.
Newsletter
BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες
