Παραμονές Χριστουγέννων κι ανάμεσα σε πολλά και διάφορα, όπως συμβαίνει καθώς εκπνέει κι αυτή η χρονιά, η πρώτη μου σκέψη ήταν να στείλω ένα μου ποίημα για τη «Μεγάλη Γιορτή». Το μετάνιωσα την τελευταία στιγμή. Μελαγχολικό μου φάνηκε, παρά τη «Μεγάλη Προσδοκία», που συμβολικά επιστρέφει κάθε χρόνο για να αναγεννήσει τη «Μεγάλη Ελπίδα» μέσα μας. Τότε λοιπόν, προτίμησα να ανασύρω μια αληθινή ιστορία από την ευφορική στις αναμνήσεις της διαδρομή μου στα σχολεία. Το ζητούμενο ήταν: Πώς θα μπορούσε να αγαπήσουν την ποίηση και τα ποιήματα οι μαθητές μου μιας Α’ Γενικού Λυκείου, καθώς δήλωναν ευθαρσώς την απαρέσκειά τους προς την ποίηση; Έβαλα στοίχημα τότε μαζί τους πως αν μου έδιναν λίγο χρόνο θα «έπαιζαν στα δάχτυλα» την ποίηση όπως και τα ψηφιακά παιχνίδια της ηλικίας τους. Και οι δυο πλευρές είμαστε σίγουρες πως σύντομα θα κερδίζαμε το στοίχημα!
Παραμονές Χριστουγέννων, κάπου στα μέσα της δεκαετίας του 1980. Μια βδομάδα πριν τις πολυαναμενόμενες διακοπές, μπήκα στην τάξη, στο μάθημα της Λογοτεχνίας, με ένα ποίημα που δεν το γνώριζαν οι μαθητές , ούτε περιλαμβανόταν στο σχολικό εγχειρίδιο. Το ποίημα τους ήταν άγνωστο, ίσως στους πολλούς και ο συγγραφέας του, όχι όμως και το έργο που το περιλάμβανε: Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων, του Άγγλου συγγραφέα παιδικών βιβλίων Lewis Carroll (Λιούις Κάρολ 1832-1898).
Το ποίημα με τίτλο πρωτοτύπου Christmas Greetings from a Fairy to a Child (Xριστουγεννιάτικες ευχές από μια νεράιδα σε ένα παιδί) προκάλεσε αίσθηση αρχικά στο μαθητικό ακροατήριο. Ο τίτλος, η «απείθεια» να παρακάμψουμε τη σχολική ύλη, η κοινή περιπέτεια της γλωσσικής του αποκρυπτογράφησης. Ολόκληρα, κεφάτα φιλολογικά συνεργεία (ομάδες) δούλευαν χωριστά την κάθε πρόκληση.
Ας γίνουμε κοινωνοί του ποιήματος στη δίγλωσση εκφορά του:
Christmas Greetings from a Fairy to a Child
Lady dear, if Fairies may
For a moment lay aside
Cunning tricks and elfish play,
‘Tis at happy Christmas-tide.
We have heard the children say—
Gentle children, whom we love—
Long ago, on Christmas Day,
Came a message from above.
Still, as Christmas-tide comes round,
They remember it again—
Echo still the joyful sound
«Peace on earth, good-will to men!»
Yet the hearts must childlike be
Where such heavenly guests abide:
Unto children, in their glee,
All the year is Christmas-tide!
Thus, forgetting tricks and play
For a moment, Lady dear,
We would wish you, if we may,
Merry Christmas, glad New Year!
Lewis Caroll, Christmas, 1867
Αγαπητή κυρία, αν οι Νεράιδες μπορούν
για μια στιγμή στην άκρη ν’ αφήσουν
πονηρά παιχνίδια και κόλπα ξωτικά.
Αυτό στη χαρούμενη των Χριστουγέννων Γιορτή.
Τα παιδιά έχουμε ακούσει να λένε —
τα τρυφερά παιδιά που αγαπάμε —
πριν πολύ καιρό, ανήμερα Χριστούγεννα,
από ψηλά ήρθ’ ένα μήνυμα.
Κι όμως, καθώς πλησιάζουν Χριστούγεννα,
το θυμούνται ξανά —
η χαρούμενη φωνή ακόμη αντηχεί:
«Ειρήνη στη γη, στους ανθρώπους καλή γνώμη!»
Κι όμως οι καρδιές πρέπει να είναι παιδικές
όπου τέτοιοι ουράνιοι μένουν επισκέπτες:
Τα παιδιά, με τη χαρά τους,
όλο το χρόνο γιορτάζουν Χριστούγεννα!
Έτσι, τα παιχνίδια και τα κόλπα ξεχνώντας
για μια στιγμή, θα θέλαμε, αγαπητή κυρία,
αν μπορούμε, χαρούμενα Χριστούγεννα να ευχηθούμε
κι ευτυχισμένη τη νέα μας χρονιά!
Το ποίημα ήταν αρχικά το επίμετρο στο χειρόγραφο του Λιούις Κάρολ Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων (Macmillan 1865) και δημοσιεύτηκε αργότερα ως πρόλογος στην έκδοση του βιβλίου. Αν και γραμμένο για παιδιά, καθώς συνδυάζει φαντασία, λεκτικά παιχνίδια και χιούμορ, εν τούτοις το βιβλίο μεταφέρει πολλά μηνύματα και στους ενήλικες αναγνώστες σατιρίζοντας τη λογική, την εκπαίδευση, τη συμπεριφορά τους. Η μικρή Αλίκη, ηρωίδα του βιβλίου αφηγείται τις φανταστικές, παράξενες περιπέτειες στις οποίες εμπλέκεται, προκειμένου να ξεφύγει από την πλήξη της, ακολουθώντας ένα βιαστικό Λευκό Κουνέλι. Πέφτοντας σε μια τρύπα, βρίσκεται ξαφνικά σε έναν αλλόκοτο κόσμο, στη Χώρα των Θαυμάτων, όπου όλα υπακούουν σε εντελώς διαφορετικούς, απ’αυτούς που γνωρίζει, κανόνες.
Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού της, η Αλίκη αλλάζει συνεχώς μέγεθος πίνοντας μαγικά φίλτρα και τρώγοντας παράξενα γλυκίσματα. Συναντά ιδιόρρυθμους χαρακτήρες, όπως: τον Γάτο του Τσεσάιρ, που εμφανίζεται και εξαφανίζεται αφήνοντας μόνο το χαμόγελό του, τον Καπελά, τον Λαγό του Μαρτίου και τον Υπναρά στο αλλόκοτο τσάι τους, την Κάμπια, που της κάνει φιλοσοφικές ερωτήσεις, και τη σκληρή Βασίλισσα της Καρδιάς, που διατάζει συνεχώς «Να τους κόψετε το κεφάλι!».
Η ιστορία κορυφώνεται με μια παράλογη δίκη, όπου η Αλίκη αρχίζει να αμφισβητεί την εξουσία και τους κανόνες της Χώρας των Θαυμάτων. Τελικά, ξυπνά και συνειδητοποιεί ότι όλα ήταν ένα όνειρο.
Δεν είναι της ώρας να περιγράψουμε το ωραίο παιδαγωγικό πείραμα. Μια ακόμα εξέλιξή του όμως θα είχε ενδιαφέρον, πιστεύω. Καθώς βαδίζαμε στα χνάρια του συγγραφέα, κι άλλο του ποίημα ήρθε να κλέψει τώρα την παράσταση. Το διάσημο –για τη γλωσσική τρέλα του –ποίημα, που φέρει τον ακατανόητο τίτλο Jabberwocky, και συντίθεται από λέξεις χωρίς νόημα, που προκύπτουν από συνδυασμούς λέξεων, ανύπαρκτων φυσικά στα λεξικά.
Τώρα είχε αρχίσει να διαφαίνεται κατά πού έγερνε η ζυγαριά και πώς θα κερδιζόταν το στοίχημα…
Το πρώτο γέλιο βγήκε από την ανάγνωση του πρωτοτύπου:
Jabberwocky
«Twas brillig, and the slithy toves
Did gyre and gimble in the wabe:
All mimsy were the borogoves,
And the mome raths outgrabe.
“Beware the Jabberwock, my son!
The jaws that bite, the claws that catch!
Beware the Jubjub bird, and shun
The frumious Bandersnatch!”
He took his vorpal sword in hand;
Long time the manxome foe he sought—
So rested he by the Tumtum tree
And stood awhile in thought.
And, as in uffish thought he stood,
The Jabberwock, with eyes of flame,
Came whiffling through the tulgey wood,
And burbled as it came!
One, two! One, two! And through and through
The vorpal blade went snicker-snack!
He left it dead, and with its head
He went galumphing back.
“And hast thou slain the Jabberwock?
Come to my arms, my beamish boy!
O frabjous day! Callooh! Callay!
He chortled in his joy.’Twas brillig, and the slithy toves
Did gyre and gimble in the wabe:
All mimsy were the borogoves,
And the mome raths outgrabe.
Υπογραμμίζονται μόνον οι γνωστές, «υπαρκτές» λέξεις και η «ολομέλεια» των μαθητών παλεύει την απόδοση. Είχαν λάβει τη διαβεβαίωση ότι το ποίημα είχε νόημα –και επομένως αυτό ήταν το πρώτο ζητούμενο.
Μια εκδοχή της απόδοσης:
Τζάμπεργουοκι
Ήταν μπρίλιγκ, και τα γλοιότροφα τοβς
Γύριζαν, γίμπλιζαν μες στο βαβέ·
Όλα μίμσυ τα μπορογκόβς,
Κι οι μόμι ραθς ξεφώνιζαν βαριά.
«Πρόσεχε τον Τζάμπεργουοκι, παιδί μου,
τα σαγόνια που δαγκώνουν, τα νύχια που αρπάζουν!
Φυλάξου απ’ το πουλί Τζάμπτζουμπ , και απόφυγε
τον φρούμιο Μπάντερσνατς!»
Πήρε στο χέρι το βόρπαλο σπαθί·
καιρό τον μάνξομο εχθρό αναζητούσε—
Κάθισε τότε στου Τούμτουμ το δέντρο,
και στάθηκε για λίγο να σκεφτεί.
Κι ενώ σε σκέψη ούφις στεκόταν,
ο Τζάμπεργουοκ, με μάτια φλόγας,
ήρθε σφυρίζοντας απ’ το τουλγκί δάσος,
και μπουρμπουρίζοντας προχώραγε!
Ένα, δυο! Ένα, δυο! Και μέσα κι έξω
η βόρπαλη λεπίδα—σνίκερ-σνακ!
Τον άφησε νεκρό, κι με το κεφάλι του
Γύρισε πίσω γκαλούμπιζοντας.
«Και τον Τζάμπεργουοκι τον σκότωσες;
Έλα στην αγκαλιά μου, λαμπρό μου αγόρι!
Ω φράμπτζους μέρα! Καλλού! Καλλέι!»
Χόρντρισε απ’ τη χαρά του.
Ήταν μπρίλιγκ, και τα γλοιότροφα τοβς
Γύριζαν, γίμπλιζαν μες στο βαβέ·
Όλα μίμσυ τα μπορογκόβς,
Κι οι μόμι ραθς ξεφώνιζαν βαριά.
Ένα μείγμα λέξεων υπαρκτών και κατασκευασμένων. Μια γοητευτική αστεία ιστορία που θέλει να πει τι όμως και γιατί;
Ο συγγραφέας της θα χρησιμοποιήσει τρεις κυρίως τρόπους για να την αφηγηθεί:
Α. Λέξεις-μείγματα (portmanteau words), με την ένωση δύο λέξεων σε μία, π.χ. slithy = lithe (ευλύγιστος) + slimy (γλοιώδης) για να δηλώσει κάτι το ευκίνητο αλλά ανατριχιαστικό (όπως σήμερα, η γνωστή μας αγγλική λέξη: branch, από το breakfast και lunch)
Β. Ήχοι που ταιριάζουν στο συναίσθημα. (Ο εγκέφαλος καταλαβαίνει το συναίσθημα πριν καταλάβει το νόημα). Ήχοι που ακούγονται απειλητικοί, αστείοι ή βαρείς, π.χ. τα σκληρά σύμφωνα (k, g, r) κίνδυνος, βία, και οι μαλακοί ήχοι, που «ηχούν» αδεξιότητα, νωθρότητα.
Γ. Κανονική γραμματική, παρα-λογικές λέξεις. Ας θυμηθούμε εδώ την παρα-λογική ιδιόλεκτο του δικού μας λαϊκού υπερρεαλιστή Κώστα ντε Βαλαμόντε, λέξεις δημιουργικά συντεθειμένες που σχεδόν πάντα ανακατεύει στα ποιήματα και στις θυμοσοφικές του ρήσεις, όπως: ηρωθεόρατος, λαβομάρτυς, οριζοστάσιο, πορτοουργεί…
Γιατί λειτουργεί, ωστόσο, το ποίημα παρά τη «νόθα» του κατασκευή; Ο δημιουργός του έχει κατορθώσει να πλάσει μια ιστορία διαυγή στο νόημά της μέσω των συμφραζόμενων, με ρυθμό δυνατό, εγερτικό, με λέξεις γνώριμες αλλά και άλλες που ηχούν εν μέρει ως γνώριμες. και ίσως επειδή για την ποίηση-αλλά και την τέχνη- το συναίσθημα προηγείται της λογικής. «Δεν χρειάζεται να ξέρεις τι σημαίνουν οι λέξεις για να καταλάβεις τι συμβαίνει», έλεγε ο Λιούις Κάρολ. Το ίδιο αργότερα και οι πρωτοπόροι εκπρόσωποι του μοντερνισμού και της πρωτοπορίας.
Ποιο είναι λοιπόν το νόημα της ιστορίας του παράξενου Jabberwocky, όπως, μετά από δοκιμές και δοκιμασίες νοητικές, μας αποκαλύφτηκε; Το ποίημα αρχίζει με έναν αλλοπρόσαλλο, αχαρτογράφητο, απροσπέλαστο και απειλητικό κόσμο, γεμάτον από περίεργα, επικίνδυνα πλάσματα. Εκεί, ένας πατέρας προειδοποιεί τον νεαρό γιο του να προσέχει ένα τρομερό τέρας, τον Τζάμπεργουοκι, και άλλα επικίνδυνα όντα, που καιροφυλακτούν να τον βλάψουν.
Ο νέος, αν και γνωρίζει τον κίνδυνο, παίρνει το σπαθί του και ξεκινά να αντιμετωπίσει το τέρας. Ύστερα από πολλή αναζήτηση και σκέψη, έρχεται πρόσωπο με πρόσωπο με το τέρας μέσα στο σκοτεινό δάσος. Ακολουθεί μια σύντομη αλλά αποφασιστική μάχη, στην οποία ο νέος σκοτώνει τον Τζάμπεργουοκι.
Θα επιστρέψει θριαμβευτής κρατώντας ως απόδειξη το κεφάλι του τέρατος. Ο πατέρας του τον υποδέχεται με χαρά και υπερηφάνεια, αγκαλιάζοντάς τον και γιορτάζοντας τη γενναιότητά του. Ο κόσμος συνεχίζει όπως πριν, αλλά ο νέος δεν είναι πια ο ίδιος: έχει αποδείξει την αξία του και έχει ωριμάσει.
Είναι προφανής η αλληγορική «γλώσσα» του ποιήματος. Ο Λιούις Κάρολ χρησιμοποιεί ακριβώς το παιχνίδι της γλώσσας-που η προσπέλασή της λειτουργεί ως μια ακόμα δοκιμασία του ήρωα- για να μιλήσει για κάτι πολύ ανθρώπινο. Παρά τον παρωδιακό χαρακτήρα του, αποτελεί όμως έναν ακόμα μύθο της ενηλικίωσης, με στοιχεία οικεία στην παγκόσμια «παρα-μυθολογία»: O Ηρακλής και οι άθλοι του, O Θησέας και ο Μινώταυρος, Ο Περσέας και η Μέδουσα, ο χριστιανικός-μεσαιωνικός μύθος του Άι-Γιώργη και του Δράκου, ο Beowulf και ο Grendel στην αγγλοσαξονική μυθολογία, και γενικά ο ινδοευρωπαϊκός μύθος του Δρακοντοκτόνου ήρωα. Ένα διαπολιτισμικό αρχέτυπο, που ο γνωστός Αμερικανός μυθολόγος, Joseph Campbell (1904-1987) θεωρεί ότι πρόκειται για μια «μονομυθία», με διαχρονική παρουσία σε όλους τους ανθρώπινους πολιτισμούς. Μέσω αυτής της μυθολογίας, μας παραδίδεται το μήνυμα ότι το ταξίδι -συνώνυμο της ίδιας της ζωής – και τα διάσπαρτα στη διαδρομή τέρατα, εικονοποιούν την πορεία του ανθρώπου μέσα στη ζωή προκειμένου, με τους αγώνες και τη διαρκή πάλη του, να ανακαλύψει τον εαυτό του και το νόημα της ύπαρξής του.
Επίλογος
Το ταξίδι της χρονιάς τελειώνει σύντομα, ως φαίνεται. Τέρατα, Λάμιες, Μέδουσες και Μινώταυροι πολλοί πέρασαν, πολλοί μας ζώνουν και περισσότεροι κατασκευάζονται. Όχι μονάχα στη μυθολογία, αλλά στον αιώνιο μύθο της ζωής. Και καθώς η «Μεγάλη Ελπίδα» ανασταίνεται κάθε χρόνο με τη Γέννηση του Αγαθού, ας ημερέψουμε αυτές τις μέρες την ψυχή μας, αποκαθαρμένοι και περισσότερο σοφοί, για να συνεχίσουμε τους αγώνες, κατά πώς η ανθρώπινη μοίρα υπαγορεύει…
Χρόνια πολλά σε όλους και μια ειρηνική καινούρια χρόνια πάνω από τη δια- ταραγμένη ανθρωπότητα. (Όσο για το …στοίχημα της τάξης, κοινή συναινέσει κερδήθηκε, και το… διάφορο μοιρασμένο ακριβοδίκαια σε όλους).
Η Παρασκευή (Βιβή) Κοψιδά-Βρεττού είναι αριστούχος Διδάκτωρ Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, βραβευμένη ποιήτρια και συγγραφέας, μέλος του Κύκλου Ποιητών, πρόεδρος του Συνδέσμου Φιλολόγων Λευκάδας και συνεργάτιδα του BookSitting.
Newsletter
BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες
