19 Δεκεμβρίου 2025
Σκέψεις γύρω από το βιβλίο «Η τελειότητα» του Βιντσέντζο Λατρόνικο, μτφρ. Δήμητρα Δότση, εκδόσεις Loggia, 2025.
Της Αλεξίας Καλογεροπούλου
Πριν από περίπου 75 χρόνια, η επιτυχία ταυτιζόταν με τη σταθερότητα: ένα ιδιόκτητο σπίτι, μια μόνιμη εργασία, σταθεροί κοινωνικοί δεσμοί, οικογένεια με παιδιά, ηλεκτρικές συσκευές και υλικά αγαθά που υπόσχονταν άνεση και διάρκεια. Η ευτυχία συνδεόταν με τη ρίζα, τη συνέχεια και την αίσθηση του ανήκειν. Σήμερα, αντίθετα, το κυρίαρχο ιδεώδες είναι η ρευστότητα: η διαρκής δυνατότητα αλλαγής τόπου, σχέσεων, επαγγελματικής ταυτότητας και τρόπου ζωής. Όπως έχει αναφέρει εδώ και χρόνια ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν, στη «ρευστή νεωτερικότητα» η σταθερότητα δεν εκλαμβάνεται πια ως επίτευγμα, αλλά σχεδόν ως ένδειξη αποτυχίας. Αυτήν ακριβώς την πραγματικότητα εξετάζει στην Τελειότητα ο ιταλός συγγραφέας Βιντσέντζο Λατρόνικο. Πρόκειται για ένα σύντομο αλλά αιχμηρό μυθιστόρημα, υποψήφιο για το Βραβείο Booker 2025, που κυκλοφόρησε στα ελληνικά τον Απρίλιο του 2025, από τις προσεγμένες εκδόσεις Loggia, σε μετάφραση της Δήμητρας Δότση.
Η ιστορία που αφηγείται ο Λατρόνικο, γεννημένος το 1984 στη Ρώμη, αποτελεί ένα κοινωνικό και υπαρξιακό σχόλιο για τον σύγχρονο, παγκοσμιοποιημένο τρόπο ζωής. Καταγράφει με εντυπωσιακή ακρίβεια το ψυχικό τοπίο της γενιάς του, μιας γενιάς που έμαθε να ζει μέσα σε φιλτραρισμένες εικόνες, πολυποίκιλες αισθητικές επιλογές και προσεκτικά επιμελημένες εκδοχές του εαυτού της. Αυτός ο τρόπος ζωής, παρότι υπόσχεται πληρότητα, αφθονία και ελευθερία, καταλήγει, τελικά, όπως αποτυπώνεται και στο βιβλίο, σε μια επίμονη, αδιόρατη κενότητα.
Το μυθιστόρημα περιστρέφεται γύρω από την καθημερινότητα της Άννας και του Τομ, ενός νεαρού ζευγαριού που μετακομίζει από τον ευρωπαϊκό νότο στο Βερολίνο, αναζητώντας πιο ενδιαφέρουσες εμπειρίες από εκείνες που υποσχόταν η παραμονή στη γενέτειρά τους. Ο Λατρόνικο δεν εμβαθύνει ψυχολογικά στους χαρακτήρες, αλλά περιγράφει με σχεδόν καταλογογραφικό τρόπο τον τόπο διαμονής, τις συνήθειες και τις καθημερινές τους δραστηριότητες. Οι δυο πρωταγωνιστές επιδίδονται σε ένα ανελέητο κυνήγι εμπειριών, που αντί να τους ελευθερώνει, τους εγκλωβίζει σε επαναλαμβανόμενα μοτίβα, έτσι που η μία εμπειρία μοιάζει με την άλλη και τελικά καμία δεν μπορεί να οδηγήσει σε κάτι ολότελα νέο, πέρα από τα γνωστά τους όρια. Άνθρωποι έρχονται και φεύγουν, ακολουθώντας πανομοιότυπες διαδρομές σε ένα σκηνικό που φαίνεται να παραμένει σταθερό, αλλά σταδιακά μεταβάλλεται, αποδομείται και ομογενοποιείται. Τα διαμερίσματα μοιάζουν μεταξύ τους, οι συζητήσεις επαναλαμβάνονται και η ζωή ρέει χωρίς εξάρσεις και χωρίς ουσιαστικά διακυβεύματα. Αυτό που σταδιακά αποκαλύπτεται (και εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, ο πυρήνας του βιβλίου) είναι η απουσία ρίζας, μνήμης και συνέχειας. Όταν όλα είναι ρευστά και εναλλάξιμα, τίποτα δεν αποκτά πραγματικό βάρος.
Η στατική εικόνα των κοινωνικών δικτύων ενισχύει την ψευδαίσθηση. Ο Λατρόνικο αποτυπώνει άψογα την απόσταση ανάμεσα στην επιμελημένη εικόνα και στη βιωμένη πραγματικότητα· τα likes και τα σχόλια λειτουργούν ως υποκατάστατα νοήματος, χωρίς σύνδεση με την εσωτερική εμπειρία. Αν στην κοινωνία του θεάματος, η άμεση, βιωμένη πραγματικότητα αντικαθίσταται από την αναπαράστασή της, όπως έλεγε ο Ντεμπόρ, σήμερα, στην εποχή των κοινωνικών δικτύων, το θέαμα δεν αναπαριστά απλώς την πραγματικότητα, αλλά τη δομεί.
Οι εμπειρίες, τα ταξίδια, οι πολιτιστικές έξοδοι και οι γεύσεις, καταγράφονται στα κοινωνικά δίκτυα ως εικόνες-«τεκμήρια» μιας τέλειας ζωής, ενώ στην πραγματικότητα η παγκοσμιοποίηση έχει αμβλύνει τις διαφορές που παλαιότερα έδιναν νόημα. Η αλλαγή τόπου δεν οδηγεί πλέον σε ουσιαστική μεταμόρφωση. Είτε βρίσκεσαι στην Αθήνα, είτε στο Βερολίνο, είτε στη Βαρκελώνη, οι εμπειρίες είναι προσχεδιασμένες, «δοσμένες», έτοιμες προς κατανάλωση, ακόμα και όταν αυτοπροσδιορίζονται ως «εξατομικευμένες». Έτσι η αλλαγή τόπου μετουσιώνεται σε ένα άθροισμα εμπειριών, οι οποίες δεν πηγάζουν από την επαφή με τον εσωτερικό κόσμο, αλλά από εξωτερικές επιβολές, που δημιουργούν μια ψευδαίσθηση ευημερίας και πληρότητας. Όμως, ο εσωτερικός τόπος, όπως υπενθυμίζει ο Καβάφης στο ποίημα Η πόλις, ακολουθεί τον άνθρωπο παντού, κουβαλώντας τα άλυτα ζητήματα που τον βαραίνουν, αφού καμία εξωτερική μετακίνηση δεν μπορεί να υποκαταστήσει την εσωτερική μεταμόρφωση.
Ο Λατρόνικο γράφει για αυτό που ήδη ζούμε. Δεν καταγγέλλει ανοιχτά ούτε ηθικολογεί. Αφήνει την ίδια την αφήγηση να απογυμνώσει το κενό πίσω από την επιμελημένη επιφάνεια. Η κρίση έρχεται αθόρυβα, καθόλου δραματικά, ως μια αίσθηση στασιμότητας, ως μια ανεπαίσθητη φθορά της επιθυμίας και του απολαμβάνειν. Η «τελειότητα» αποδεικνύεται εύθραυστη επειδή, εντέλει, δεν οδηγεί πουθενά. Αναπόφευκτα, μια ζωή που κυνηγά την ευτυχία μέσα από επιβεβλημένες εικόνες που θολώνουν την εσωτερική πυξίδα, οδηγείται σε αδιέξοδο. Σε έναν κόσμο όπου όλα μοιάζουν ίδια, το ζητούμενο δεν είναι πια η επόμενη εμπειρία, αλλά η δυνατότητα να κατοικήσουμε ουσιαστικά τον εαυτό μας.
Η αφήγηση του Λατρόνικο είναι σκοπίμως αποστασιοποιημένη, ψυχρή, ελεγχόμενη, σχεδόν ουδέτερη, αλλά βαθιά αποκαλυπτική. Η «τελειότητα» που υπόσχεται ο τίτλος δεν αφορά την ηθική ή προσωπική ολοκλήρωση, αλλά την ομοιομορφία: την τέλεια εικόνα για τα κοινωνικά δίκτυα, την τέλεια ισορροπία ανάμεσα στην εργασία και την απόλαυση, την τέλεια προσαρμογή σε έναν παγκοσμιοποιημένο τρόπο ζωής. Κάθε επιλογή μοιάζει ελεύθερη, αλλά είναι προδιαγεγραμμένη.
Η Τελειότητα συνομιλεί με την παράδοση της ευρωπαϊκής αστικής λογοτεχνίας, αλλά με σύγχρονους όρους. Είναι ένα βιβλίο για τη γενιά της αδιάκοπης κινητικότητας, των ψηφιακών νομάδων και της ψηφιακής αυτοπαρουσίασης, όπως την περιγράφει ο Έρβιν Γκόφμαν στο έργο του Η παρουσίαση του εαυτού στην καθημερινή ζωή (εκδ. Αλεξάνδρεια, 2026): οι άνθρωποι επιμελούνται συνεχώς τον τρόπο που εμφανίζονται στους άλλους, δημιουργώντας «σκηνές» και «ρόλους» που ενισχύουν την κοινωνική εικόνα τους. Στο μυθιστόρημα του Λατρόνικο, αυτός ο μηχανισμός αποτυπώνεται στην ψηφιακή καθημερινότητα των ηρώων, που φαίνεται να έχουν σχεδόν τα πάντα, εκτός από μια σαφή αίσθηση νοήματος. Το βιβλίο δεν διαβάζεται τόσο για την πλοκή του, όσο για την ταύτιση — ή έστω την αναγνώριση — που προκαλεί, αναγκάζοντας τον αναγνώστη να αναρωτηθεί αν η ζωή, που επιμελείται με τόση φροντίδα, είναι πράγματι δική του ή απλώς μια άψογη απομίμηση της ψηφιακής πραγματικότητας.
Θα κλείσω αυτό το κείμενο με τους στίχους του Κ.Π. Καβάφη, που παρότι γράφτηκαν το μακρινό 1910, συνδιαλέγονται αβίαστα με το μυθιστόρημα του Λατρόνικο.
Η ΠΟΛΙΣ
Είπες· «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλύτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθειά μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κι είν’ η καρδιά μου — σαν νεκρός — θαμμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»
Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θα βρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού — μη ελπίζεις —
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κόχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες.
Newsletter
BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες
