
Μοιρασιά
Ήρθε το νερό
κι μ’ έλουσε
αποκάλυψη,
μέσα σε κάτι όνειρα
προμελετημένα.
Έπεσα κατά γης
και γελούσα
δίχως σταματημό.
Τόσο κωμική
η μοιρασιά μας,
που καρδιά παιδιού
μπορούσε να γίνει
λιονταριού.
Και να,
που οι μέρες
περνούν.
Κι ομορφαίνει κάθε
αύριο.
Εγώ ρουφάω νιότη
κι η νιότη εμένα.
Κι όλο απομακρύνομαι
σε κυκλικές λίμνες,
γιατί εκεί βρίσκεται,
η ταπεινή
πεισματική,
ηδονή.
Κολυμπώ μέσα της
και γελώ σα παιδί.
Και τα μάτια των λύκων γύρω
να διψούν για σώμα.
Γι’ αυτό σου αφήνω σημείωμα,
πως εδρεύω πια εκεί,
κι αν ψάξεις να με βρεις,
θα έχω αλλάξει όνομα.
