John Steinbeck | Τα σταφύλια της οργής (απόσπασμα)

«Λοιπόν, κατεβαίνω εκεί. Ξέρω ότι ψοφάς να μάθεις τι έκανα, και δεν είμαι τύπος που θα σ΄απογοητεύσει». Το οξύ βουητό της μηχανής ελαττώθηκε και το τραγούδι των λάστιχων χαμήλωσε. Ο Τζόουντ έβγαλε το μπουκάλι του κι ήπιε άλλη μια γουλιά. Το φορτηγό σταμάτησε κει που ένας χωματόδρομος ξεκινούσε κάθετε απ΄τη δημοσιά. Ο Τζόουντ βγήκε και στάθηκε δίπλα στο παράθυρο της καμπίνας. Η κάθετη εξάτμιση έβγαζε τον σχεδόν αόρατο μπλε καπνό της. Ο Τζόουντ έσκυψε προς τον οδηγό. «Ανθρωποκτονία» είπε βιαστικά. «Είναι λέξη μακρυνάρι και σημαίνει ότι σκότωσα κάποιον. Έφαγα εφτά χρόνια. Μ΄ έβγαλαν στα τέσσερα γιατί δεν είχα μπλεξίματα».
Τα μάτια του οδηγού στάθηκαν στο πρόσωπο του Τζόουντ να τ’ απομνημονεύσουν. «Δεν σε ρώτησα να μου πεις» είπε. «Εγώ κοιτάω τη δουλειά μου».
«Μπορείς να το πεις σ’ όλα τα μεγερειά από δω μέχρι την Τεξόλα». Χαμογέλασε. «Αντίο, φίλε. Φέρθηκες καλά. Αλλά κοίτα, όταν έχεις περάσει λίγο καιρό στη στενή, μυρίζεσαι από μακριά μια ερώτηση. Με το που άνοιξες το στόμα σου, μόνο που δεν τη φώναξες τη δικιά σου». Χτύπησε τη μεταλλική πόρτα με τη χούφτα του. «Σ΄ευχαριστώ που με πήρες» είπε. «Αντίο». Έκανε μεταβολή και προχώρησε στο χωματόδρομο.
Για μια στιγμή ο οδηγός έμεινα να τον κοιτά κι έπειτα φώναξε, «Καλή τύχη!» Ο Τζόουντ κούνησε το χέρι δίχως να γυρίσει. Έπειτα η μηχανή μούγκρισε, η ταχύτητα μπήκε και το μεγάλο κόκκινο φορτηγό κύλησε βαριά.

(Από «Τα σταφύλια της οργής» του John Steinbeck, μετάφραση: Μιχάλης Μακρόπουλος, εκδόσεις Παπαδόπουλος, 2014)


Ο John Ernst Steinbeck (Τζον Στάινμπεκ) γεννήθηκε στις 27 Φεβρουαρίου του 1902 στο Σαλίνας της Καλιφόρνιας και πέθανε στις 20 Δεκεμβρίου του 1968 στη Νέα Υόρκη. Η καταγωγή του ήταν γερμανοϊρλανδική.
Οι γονείς του ζούσαν σε μια μικρή πόλη κοντά στο Μοντερέι και ο Τζον, που ως νεαρός δούλευε τα καλοκαίρια σε αγροκτήματα της περιοχής, γνώρισε από πολύ νωρίς και από κοντά, τη δύσκολη ζωή των μεταναστών και των εργατών, την οποία περιέγραψε με μεγάλη δραματουργική δύναμη στο έργο του. Φοίτησε στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ, αλλά πριν πάρει το πτυχίο του πήγε στη Νέα Υόρκη όπου έκανε διάφορες δουλειές, ενώ παράλληλα άρχισε να γράφει. Την περίοδο της Μεγάλης Ύφεσης, την οποία αποτυπώνει γλαφυρά σε πολλά από τα έργα του, ζει με την πρώτη του γυναίκα σε ένα εξοχικό στο Μοντερέι, το οποίο του έχει προσφέρει ο πατέρας του μαζί με ένα γενναίο δάνειο, για να μπορέσει να αφιερωθεί στο γράψιμο.
Το πρώτο του μυθιστόρημα, «Η χρυσή κούπα», δημοσιεύτηκε το 1929. Έγινε γνωστός με το μυθιστόρημα «Τορτίγια Φλατ» το 1935, αλλά η μεγάλη επιτυχία ήρθε το 1937 με το «Άνθρωποι και ποντίκια», ενώ το 1940 τιμήθηκε με το Βραβείο Πούλιτζερ για «Τα σταφύλια της οργής». Ανάμεσα στα πιο γνωστά και πολυδιαβασμένα έργα του είναι και τα «Ο δρόμος με τις φάμπρικες», «Ανατολικά της Εδέμ», «Το φεγγάρι έπεσε», «Η αμφίβολη μάχη», «Τα λιβάδια του ουρανού». Το 1962 τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας.
Ο Στάινμπεκ, κύριος εκπρόσωπος του νατουραλισμού και της κοινωνικής πεζογραφίας στην Αμερική, θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς του 20ού αιώνα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.