Χρυσοξένη Προκοπάκη | Οι νοικοκυραίοι

Αξιότιμοι άνθρωποι της διπλανής πόρτας, με το σπιτάκι τους, τη δουλίτσα τους, τα παιδάκια τους. Περήφανοι υπάλληλοι σε ευυπόληπτες θέσεις: θυρωροί, διευθυντάδες, γραμματείς, δάσκαλοι, γιατροί. Ψηφοφόροι με πολιτική συνείδηση. Όταν έρχεται η ώρα της κάλπης, ρίχνουν λευκό. Ή φεύγουν για τριήμερο. Στις παρέες τους μιλάνε για ισότητα. Στα σπίτια τους, όμως, κάθονται στην κεφαλή του τραπεζιού και διατάζουν. Η άποψή τους έχει δύναμη, αλλά μονάχα μέσα στους τέσσερις τοίχους.

Κοιτάζουν τα του οίκου τους. Ό,τι κλείνει η πόρτα τους το προφυλάσσουν με νύχια και με δόντια. Φιλούν τα παιδιά τους για καληνύχτα και τα αλυσοδένουν με μάγια, με υποσχέσεις, με απειλές. Τα σταυρώνουν προτού βγουν απ’ το σπίτι, τα φτύνουν να μην τα βασκάνουν. Τους τάζουν την αιώνια ζωή. Τους τάζουν συνεχώς κάτι. Μα ποτέ δεν πραγματοποιούν τίποτα. Τους λένε ψέματα, για να ησυχάσει το κεφάλι τους. Για να ησυχάσουν τη συνείδησή τους. Τα βράδια προσεύχονται υπέρ υγείας των τέκνων τους, και βέβαια υπέρ αναπαύσεως των νεκρών τους. Ό,τι έχει πεθάνει το τιμούν περισσότερο απ’ αυτό που εξακολουθεί να ζει. Το σέβονται. Ίσως να το φοβούνται κιόλας.

Τα έχουν καλά με τους γειτόνους τους. Τους χαιρετούν δουλικά, τους χαμογελούν σεβάσμια. Ενίοτε τους κακολογούν, πίσω απ’ την πλάτη τους. Βάζουν και βγάζουν τις μάσκες τους με ευκολία. Ευφυείς άνθρωποι κατά βάθος.

Στριμώχνουν τις ανάγκες τους σε τεράστια καρότσια του σούπερ μάρκετ. Διοργανώνουν γιορτές, γάμους και πανηγύρια. «Να ζήσουν, να ευτυχήσουν, να πλουτίσουν, να…». Να καταπατήσουν και να λοιδορήσουν. Η ευτυχία αγοράζεται στους υπαίθριους πάγκους και στις οθόνες του χρηματιστηρίου. Αγοράζεις, πουλάς, ξεπουλάς, ξεπουλιέσαι. Το ρήμα κλίνεται σε διάφορες εκδοχές.

Οι υπέροχοι θνητοί πέφτουν για ύπνο λυπημένοι που πάλι δεν κατάφεραν να μοιάσουν στους προγόνους τους. Συγκρίνονται με τους διπλανούς τους και συγκρίνουν και τα παιδιά τους με τα παιδιά των διπλανών τους: ποιος είναι πιο ψηλός, πιο αδύνατος, πιο πλούσιος. Αν είσαι και ξύπνιος, ακόμα καλύτερα. Αν όχι, δεν πειράζει. Αρκεί να είσαι όλα τ’ άλλα.

Αξιόλογοι άνθρωποι —σπουδαγμένοι ή μη— με ύφος αυτάρεσκο, ειρωνικό, υπεράνω, διαλαλούν την πραμάτεια τους. Τα χέρια στις τσέπες —άδειες τσέπες—, η σκέψη στα σφαλισμένα ντουλάπια που φυλάνε τα τιμαλφή τους — άδεια ντουλάπια. Γονυκλινείς προσφέρουν θυσία τα παιδιά τους στον ανώτατο άρχοντα που υπηρετούν. Επίγειο ή υπέργειο άρχοντα, το ίδιο είναι. Γονυπετείς μαζεύουν δίφραγκα από υπονόμους, και κάπως έτσι σέρνονται μέχρι το τέλος της ζωής τους. Λερώνουν τα ρούχα τους, το στόμα τους, ακόμα και τη σκιά τους.

Νοικοκυραίοι ρίχνουν φόλες στους αδέσποτους σκύλους, ρίχνουν κλωτσιές. Νερό ρίχνουν στα γατιά που ψάχνουν αποφάγια στους κάδους. «Λερώνουν τις αυλές μας, τους υπέροχους κήπους μας που με ιδρώτα φτιάξαμε. Ουστ!» Με τα χέρια τους έσκαψαν το χώμα για να φυτέψουν δέντρα. Και τα ίδια χέρια τα δέντρα έκαψαν για να χτίσουν κι άλλα σπίτια, μεγαλύτερα, ψηλότερα. «Κι άλλη γη, κι άλλη γη. Δεν μας φτάνει αυτή που έχουμε. Δώστε μας χώμα να χτίσουμε, κι αν δεν μας το δώσετε εσείς, θα το πάρουμε μόνοι μας. Χώμα να χτίσουμε πριν κατοικήσουμε μέσα του». Κάψανε δάση ανενόχλητοι, με ένα τσιγάρο στο στόμα, δώδεκα μποφόρ. «Μην καίτε τα ξερά. Θα καείτε κι εσείς. Το δικό μας σπίτι τώρα καπνίζει, του γείτονα ήδη κάηκε». Αξιοπρόσεκτοι άνθρωποι σκοτώνουν τα τζιτζίκια σ’ ένα δέντρο και αυτό το καλοκαίρι. «Να σωπάσουν επιτέλους. Δεν μας αφήνουν να κοιμηθούμε τα μεσημέρια». Τον κόπο της ζωής τους μετράνε σε τσουβάλια. Σε στρώματα φυλάνε τις λίρες που μαύρισαν απ’ τους αιώνες. Μετράνε τον χρόνο με τις λίρες. Τις φωτογραφίες των παππούδων τους καίνε. Οι παλιοί πάντα θα κατακρίνουν τους νέους που απέτυχαν. Γι’ αυτό καλύτερα να τους εξαφανίσουν. «Ναι, αποτύχαμε, αλλά μην το πεις πουθενά. Οι επερχόμενοι δεν ξέρουν ακόμα τίποτα. Δεν έχουν καταλάβει. Τους αρέσει αυτός ο κόσμος που τους δίνουμε. Είναι τόσο έξυπνα τα παιδιά μας, τόσο ευαίσθητα. Τόσο ευαίσθητα, που δεν τολμούν να κλάψουν. Αγκιστρώνονται στον πόνο. Παραχωρούν το σώμα τους στην ανθρωπότητα. Οι κόρες μας, όμορφες που είναι, και έξυπνες. Αξιοπρεπείς άνθρωποι βγαίνουν απ’ τα σπλάχνα μας, απ’ τα σπλάχνα των παιδιών μας. Τα παιδιά μας θα προκόψουν καλύτερα από εμάς. Όπως προκόψαμε κι εμείς καλύτερα απ’ τους πατεράδες μας. Εμείς, οι ξύπνιοι της γενιάς της μετά-λλαξης, εμείς… οι νοικοκυραίοι».

«Σιωπή, σιωπή, σου λέω, μην ουρλιάζεις άλλο, φτάνει. Ξέρεις εμείς πόσο υποφέραμε για να σε αναθρέψουμε, να γίνεις αυτό που είσαι τώρα; Μυγιάγγιχτοι γίνατε εσείς οι νέοι. Τίποτα δεν χαρίζεται σ’ αυτή τη ζωή. Δεν σου αρέσει το κλουβί που σου ’φτιαξα; Χρυσό κλουβί, αχάριστο πλάσμα. Τσάμπα οι προσευχές που έκανα τα βράδια».

Ουρλιάζουν τα τέκνα βουβά για όσα δεν μπορούν να αντέξουν. Τρέχουν σε γιατρούς, παίρνουν φάρμακα για να κοιμηθούν, κλείνουν τα μάτια για να μη βλέπουν πια την καταστροφή που έρχεται ή τη φρίκη που ζουν μέσα στους τέσσερις τοίχους. Μάθανε νοηματική για να μπορούν να επικοινωνήσουν. Στη σιωπή. Κανείς όμως δεν τους καταλαβαίνει. «Εγώ, εγώ, μόνο εγώ σε καταλαβαίνω, εγώ που σε έφερα στον κόσμο, ο γονιός σου, εγώ μόνο ξέρω τι έχεις ανάγκη».

Νοικοκυραίοι που χτυπάνε τα πιρούνια τους στα κρυστάλλινα πιάτα που αγόρασαν με κουπόνια απ’ το σούπερ μάρκετ. Δεκατρία ευρώ και εξήντα επτά λεπτά, ευκαιρία. Να τις αρπάζεις τις ευκαιρίες προτού σε προλάβουν οι άλλοι. Καραδοκούν σε κάθε γωνιά οι καλοθελητές. Να τους φοβάσαι. Ο φίλος, ο αδερφός, ο γείτονας. Πάλι σου την έφερε ο γείτονας, ο αδερφός, ο φίλος. Σε ξεγελούν ξανά και ξανά. Θα πληρώσουν. Θα δουν τι θα πάθουν τώρα. Εκδίκηση στην πολιτεία των ξύπνιων. Οφθαλμός αντί οφθαλμού και… τη συνέχεια την ξέρεις. Τα σκουπίδια άφησέ τα στον δρόμο, θα τα μαζέψουν οι υπάλληλοι του Δήμου. Δεν είναι δική μας δουλειά τα σκουπίδια. Εμείς είμαστε ξεχωριστοί. Κοίταξε πόσο διαφέρουμε από τους άλλους. Εμείς…

Οι αξιολάτρευτοι άνθρωποι ζητάνε συγγνώμη αμετανόητοι, όταν φτάνουν στα πρόθυρα του θανάτου. Μετράνε τα λάθη τους ψιθυριστά, σαν προσευχή, σαν ξόρκι. Τυλίγονται στο σώμα τους, γίνονται έμβρυα άνοα και ανασφαλή. Κλαίνε με το παραμικρό και βυθίζονται στις αναμνήσεις τους. Αναπολούν τις καλές εποχές, τότε που είχαν τα ηνία στα χέρια τους. Τότε που ήταν κάποιοι. Πεθαίνουν μόνοι και περιφρονημένοι από τις γενιές που ανέθρεψαν. Πεθαίνουν κι αυτοί όπως και τόσοι άλλοι πριν απ’ αυτούς, όπως όλοι. Ο σώζων εαυτόν σωθήτω. Κύριε, ελέησον, αν έχεις ακόμα έστω και λίγο έλεος για εμάς τους… νοικοκυραίους.  


Η Χρυσοξένη Προκοπάκη γεννήθηκε στο Ρέθυμνο και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Είναι συγγραφέας και διευθύνει τις Εκδόσεις Στίξις.

Φωτογραφία: pixabay

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.