Φανή Χούρσογλου | Χαρταετός

Τυχαία χτες έπεσε το μάτι μου πάνω στο θλιβερό απομεινάρι ενός μικρού χαρταετού, μπλεγμένου πάνω στα κλαδιά κάποιου κατσιασμένου δενδρίλιου που προσπαθούσε – το έρμο – ν΄ανασάνει λίγο απ΄το καυσαέριο της τσιμεντούπολης.

Παράξενο να λέμε «έπεσε» το μάτι, για μια απ΄τις σπάνιες στιγμές που προφανώς πρέπει – έστω και ασυναίσθητα – κυριολεκτικά να αναθρώσκει κανείς, για να επιτρέψει – μια στο τόσο – να συμβούν.

Ήταν τόσο μικρούλης που ‘μοιαζε με παιδί-χαρταετό, και μάλιστα παιδί από τα χρόνια τα παλιά, όταν ακόμα οι χαρταετοί ήταν στ΄ αλήθεια καμωμένοι από χαρτί, με τα ξυλάκια και τις σερπαντίνες στην ουρά τους να δίνουν το στίγμα της ανθρώπινης χειρονομίας – σε αντιδιαστολή με όσα αγαθά παράγονται μηχανικά στα εργοστάσια.

Ήταν ίσως στ΄ αλήθεια ο χαρταετός ενός μικρού παιδιού κι ήταν ίσως η πρώτη απόπειρά του να πετάξει, αυτή που τόσο άδοξα έληξε, δυο μέτρα πάνω από τη γη, δυο δευτερόλεπτα μετά την παρθενική του ανύψωση. Κι η εικόνα του μου έφερε ακαριαία στο μυαλό όλες εκείνες τις δικές μας καταδικασμένες απογειώσεις, ταξίδια που έμειναν ατέλευτα κι απεράτωτες πορείες στα ουράνια.

Είμαστε όμορφοι, πλασμένοι από αγάπη. Μοναδικοί. Πολύχρωμοι. Προορισμένοι ν΄ανεβαίνουμε ψηλά. Φοράμε τα κρεμαστά μας σκουλαρίκια και χαμογελάμε – ακόμα και μετά από τις πλέον επώδυνες πτώσεις. Είμαστε οι τελευταίοι μασκαράδες. Κλόουν. Κάνουμε κωλοτούμπες, ρίχνουμε και βουτιές, κάνουμε ό,τι μπορούμε για να πετύχουμε το μοναδικό σκοπό μας – που άλλος δεν είναι από το να σκορπίζουμε χαρά.

Έστω και μια μοναδική μέρα το χρόνο έχουμε τιμητική, μες στον χειμώνα σύντομη γιορτή και σχόλη. Μας βγάζουν απ΄τις αποθήκες, έτσι εθιμοτυπικά. Λίγο βαριεστημένοι οι μεγάλοι, γεμάτοι όμως προσδοκίες οι μικροί. Έστω και αν του χρόνου είναι οι μικροί εκείνοι που εμάς θα βαρεθούν, και θα βρουν άλλα σχέδια πιο συναρπαστικά μαζί να ζυγαρίσουν.

Κανείς δεν έμαθε ποτέ πόσος ακόμα ουρανός να μας αναλογεί. Μα είμαστε τόσο εύθραυστοι, το υλικό μας σκίζεται στο πρώτο εμπόδιο που θα βρούμε. Στα σύρματα, πόσοι δε χάθηκαν τηγανισμένοι από τάση υψηλή; Στα ταπεινά κλαδάκια ακόμα – καλή ώρα – κι ας είναι όμοια η ύλη τους με το σκελετό και την επιδερμίδα της φτιαξιάς μας.

Άσε που είμαστε έρμαια των καιρών, ολάκερη η ζωή μας εξαρτάται από τα κέφια του Αιόλου. Μικρές οι αντιστάσεις μας στα άστατα τερτίπια των αέρηδων, που μας πηγαινοφέρνουν ωσάν κούφιες μαριονέτες. Κι όμως στο τέλος είναι η άπνοια αυτή που οριστικά μας καθηλώνει.

Είναι έπειτα που είμαστε εντελώς εξαρτημένοι. Άλλος αποφασίζει πάντα – εκείνος που τραβάει το σκοινί. Κι αυτή η καλούμπα που μας βάζει όρια, και δέσμιους μας κρατά, αν τυχόν και κοπεί αλίμονό μας, αφού άπαξ και ξεφύγουμε δεν έχει επιστροφή. Σαν άλλοι Ίκαροι, αρπάζουμε απ΄του ήλιου τις ακτίνες και παρανάλωμα γινόμαστε – μια επιπλέον απώλεια μέσα στην αχανή μας μοναξιά.

Ρίχνω μια τελευταία ματιά στο χαρταετόπουλο, στραπατσαρισμένο και σφινωμένο στα κλαδιά της αρρωστούλας νερατζιάς. Χους ει και εις χουν, χαρτί και ξύλο εις δένδρον. Ίσως όμως κι αυτή η μοίρα η τραγική να είναι πλέον μια ιδεώδης ουτοπία.

Φέτος στην παραλιακή είδα ελάχιστους χάρτινους αετούς. Οι περισσότεροι ήταν φωσφοριζέ, φουλ αεροδυναμικοί – και ασφαλώς από ίνα πολυέστερ. Αυτά τα νέα παιχνίδια δε χαμπαριάζουν σκέφτηκα – καθώς το αμάξι μέτραγε με γκάζια τη ριβιέρα. Αν πέσουν σε καλώδια μάλλον θα επαναφορτιστούν για τούρμπο εξορμίσεις ίσαμε τη στρατόσφαιρα.

Και ευχήθηκα να ενίσχυαν αντίστοιχα κι εμάς, και να μας έκαναν πολύ πιο ανθεκτικούς, να ζούμε όσο τα πλαστικά – χίλια χρόνια και βάλε.

Να αντέχουμε το σκηνικό της ασφυξίας που μπροστά μας ξεπροβάλλει.

Αλλά πού τέτοια τύχη; Τα καταφέραμε να καταστήσουμε εαυτούς το ύστατο απ΄τα είδη που θα εξαφανιστούν, με την ευθύνη να σφραγίσουμε την πόρτα της αβίαστης ζωής – ίσως τα πρόστυχα ανθρώπινα μυαλά πρόστυχη τη θεώρησαν, να περιφέρεται γυμνή όπως τη γέννησε ο πλανήτης.

Πάντως για τους ντεμέκ – πλην έξτρα ούλτρα σούπερ – και καλά «χαρταετούς» σε λίγο δεν θα υπάρχει καν λόγος ανησυχίας. Κατά πώς πάει το πράγμα ολοταχώς, δέντρα πλέον θα βλέπουμε μόνο ζωγραφιστά, άρα αυτοί δεν θα ΄χουν πια εμπόδια να σκαλώσουν.

Μόνο ίσως από αμέλεια, αν πέσουνε στη θάλασσα, παρέα με τα λοιπά συγγενικά τους είδη, να γίνουν σάιμπερ πλαγκτόν, να ταϊστούν καλά κι οι λαγοπόδαροι, μαζί κι οι έτεροι πολυτοξικοί του ανοιχτού πελάγους ξενιστές. Του απέραντου γαλάζιου. Εκεί που το μικρό παιδί μάλλον δεν θα μπορεί τα καλοκαίρια ξέγνοιαστο να κάνει τις βουτιές του. Ούτε καν – να, λόγω και της ημέρας, καλή ώρα ο συνειρμός – στα γύρω ταβερνάκια πλάι στο κύμα θα κάνει μακροβούτια το ψωμί στον ταραμά. Δεν θα υπάρχει πλέον ταραμάς, μηδέ κι οι ίδιοι οι κέφαλοι – που αμέριμνοι ακόμα κολυμπάνε στα λιμάνια.

Όμως το καλοκαίρι θεωρητικά αργεί… Κι ο Μάρτης γδάρτης ως γνωστόν δεν έλειψε ποτέ απ΄τη Σαρακοστή. Κι ας έχουμε ήδη 38 βαθμούς υπό σκιάν.


Η Φανή Χούρσογλου γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Ολοκλήρωσε τις σπουδές της στην Κοινωνιολογία στο αντίστοιχο τμήμα του Παντείου Πανεπιστημίου και στη συνέχεια στο Graphic Design (Bachelor και Master of Arts in Design απ’ το Πανεπιστήμιο του Derby) στη σχολή Βακαλό. Απασχολείται κυρίως σαν graphic designer. Διηγήματα και πεζοποιήματά της δημοσιεύονται σε λογοτεχνικά περιοδικά και ιστοσελίδες. Πρώτο βιβλίο της η συλλογή μικρών ιστοριών «Κατόπιν εορτής» (Απόπειρα, 2018).

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.