Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού | Αγάπη είναι…

Άδιον ουδέν έρωτος – Τίποτα πιο γλυκό από τον έρωτα
(Νοσσίς-3ος μ. Χ. αι.)

Σημάδεψε τη γενιά μας. Αιφνιδίασε τον ιδανικό, εφηβικό έρωτα με το φάσμα του θανάτου, έκαμε τον έρωτα και τον θάνατο ερωτική ποίηση. Έγινε πάθος, έγινε ήθος, ιδέα ξανά, που διεμβόλιζε την ξέφρενη επανάσταση του «ελεύθερου έρωτα». Η γενιά εκείνη, η γενιά των εφήβων της δεκαετίας του ’70, έκλαψε, έκλαψε πολύ και αληθινά σαν είδε μέσα από την ευτυχισμένη Εδέμ της ερωτευμένης νεότητας να ξεμυτάει ζοφερός και ανενδοίαστος ο θάνατος. Για να συντρίψει τα όνειρα δύο ερωτευμένων φοιτητών: «Τι λες για ένα κορίτσι που έκλεισε μόλις τα εικοσιπέντε του χρόνια και πεθαίνει; Πως ήταν πολύ όμορφη, πως ακτινοβολούσε από εξυπνάδα, πως λάτρευε τον Μότσαρτ και τον Μπαχ κι εμένα. Κάποτε, όταν με ανέφερε μαζί με όλες αυτές τις μυθικές προσωπικότητες, τη ρώτησα με ποια σειρά μας είχε κατατάξει. Κι εκείνη απάντησε χαμογελώντας: Αλφαβητική…»

Μ’ αυτό τον δροσερό, τρυφερό, ανάλαφρο, στην πραγματικότητα διαπεραστικά δραματικό τρόπο, μας προκαταλαμβάνει η πρωτοπρόσωπη αφήγηση του Όλιβερ, στην ερωτική ιστορία του με την Τζέννιφερ, δύο νέων, που θα αναστήσουν ξανά το όνειρο του ρομαντικού έρωτα σε μια νεολαία που παραπαίει μέσα στη σύγχυση των κηρυγμάτων της απελευθέρωσής της. Όμως, το ξέρουμε από την αρχή. Κάθε εικόνα, κάθε κίνηση, κάθε χειρονομία αγάπης, το νεανικό γέλιο, η ορμή και η επανάσταση της νεότητας είναι υπονομευμένη από θάνατο. Εν αρχή και εν τέλει ην ο έρωτας και ο θάνατος. Όπως σε κάθε ποίηση… Είχα αγοράσει την πρώτη έκδοση. Στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα. Και ήταν το μόνο βιβλίο που είχα υποσχεθεί πως δεν πρόκειται ποτέ να προδώσω. «Δεν πωλείται, δεν δανείζεται». Γιατί εκεί θα έμενε για πάντα αιχμάλωτη η νιότη μας. Μια εφηβεία που τη ζήσαμε –τι υπέροχο-με την ονειροπόληση μιας παρατεταμένης αθωότητας. Δεν κράτησα τον λόγο μου-ίσως έτσι υπονομεύει τις υποσχέσεις μας ο χρόνος. Το δάνεισα το βιβλίο. Κι αυτό ακολούθησε την -άγνωστη-μοίρα όλων των δανεισμένων βιβλίων. (Η μόνη ιδιοκτησία που δεν έχει ισχυρή τη βούληση της διεκδίκησής της). Δεν γύρισε ποτέ πίσω. Ώστε, έτσι λοιπόν, μελαγχολικά συλλογίστηκα, σε απρόσμενο χρόνο, μας εγκαταλείπει η εφηβεία μαζί με τα σύμβολα και τα φετίχ της, μας εγκαταλείπει η αήττητη χαρά της…

Παραμονές του Αγίου Βαλεντίνου-δεν τον γιορτάζαμε τότε, δεν ήταν εποχές ψευδεπίγραφες, που όλα λειτουργούν με εμπορική, κερδώα μνήμη- θυμάμαι τώρα, σχεδόν κάθε χρόνο, φιλολογικά πλέον, το Love Story του Erich Segal. Του διακεκριμένου νεαρού καθηγητή στην πανεπιστημιούπολη του Yale, που δίδασκε από τη δεκαετία του 1960, ελληνική και λατινική λογοτεχνία. Και που ισορροπούσε ανάμεσα στην επιστήμη της φιλολογίας και τη λογοτεχνική συγγραφή, ανάμεσα στην αιτούμενη ακαδημαϊκή αυστηρότητα και την αποθεωτική ποπ κουλτούρα της εξεγερμένης νεότητας των πανεπιστημίων- των φοιτητών του. Υπερίσχυε ίσως το δεύτερο. Οι διαλέξεις του για τον κλασικό πολιτισμό αριθμούσαν πάνω από 600 ακροατές, κι αυτό όχι μόνον εξαιτίας της γοητευτικής γλώσσας που μιλούσε αλλά και γιατί είχε γράψει πριν από το Love Story, το σενάριο της ταινίας για τους Μπητλς, το γνωστό Yellow Submarine (1968), ορόσημο στην ιστορία του animation. Όταν έφερνε τους φοιτητές του τα Σαββατοκύριακα στο Ezra Stiles House για ποδόσφαιρο, αυτοί έδειχναν τα παράθυρα με ευλάβεια γιατί αγνάντευαν τον χώρο που ο καθηγητής τους είχε γράψει το έργο.

Μετά την τεράστια επιτυχία του Yellow Submarine και έχοντας εκδηλώσει από το προπτυχιακό στάδιο των σπουδών του στο Harvard την κλίση του προς τη λογοτεχνία, ο Segal γράφει το Love Story, σε μορφή σεναρίου αρχικά και αμέσως μετά το μεταγράφει, με παραίνεση της ατζέντισσάς του, σε μυθιστόρημα. Για να ακολουθήσει η κινηματογραφική ταινία με το γοητευτικό, νεανικό ζευγάρι: τον Ryan O’ Neal και την Ali Mac Graw στον ρόλο των πρωταγωνιστών. Αποτέλεσμα: το μυθιστόρημα επρόκειτο να προκαλέσει ένα, απρόσμενα ρομαντικό, πολιτισμικό σοκ, καθώς ανέσκαπτε τις ανθρώπινες ευαισθησίες, αντινομίες και τις ανατροπές τους, και τους φόβους ενός πολιτισμού που είχε μετακυλίσει την ευτυχία των ανθρώπων από την άδολη ομορφιά της φύσης στην τεχνητή «αγορά» της καταναλωτικής ευμάρειας και των αποβλήτων της.

Με αριθμούς εκπεφρασμένο, σηματοδοτούσε ένα εκδοτικό και οικονομικό γεγονός. Ο γνωστός αμερικανικός εκδοτικός οίκος Harper and Row, είχε αποφασίσει να τυπώσει 5.000 αντίτυπα του βιβλίου ώστε να προλάβει τη γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου του 1970. Την τελευταία στιγμή ο εκδότης αποφασίζει να αυξήσει τον αριθμό των αντιτύπων σε 7.500. Και τότε συμβαίνει κάτι απρόσμενο. Η οικοδέσποινα του τηλεοπτικού δικτύου Barbara Walters θα βγάλει στον αέρα το Love Story, και απευθυνόμενη στους τηλεθεατές: «Πέρασα το μεγαλύτερο μέρος της νύχτας διαβάζοντας ένα βιβλίο που δεν μπορούσα ν’αφήσω από τα χέρια μου. Και όταν το τελείωσα ξέσπασα σε λυγμούς. Σπάραζα και σπάραζα…» Τα τηλέφωνα έσπασαν στα βιβλιοπωλεία, το βιβλίο είχε εξαντληθεί μέσα σε λίγες ώρες! Η Ιστορία Αγάπης-το κορυφαίο έργο μυθοπλασίας για το 1970 στις Ηνωμένες Πολιτείες. Θα πουλήσει 21 εκατομμύρια αντίτυπα και θα μεταφραστεί σε 33 γλώσσες. Είχε ξεκλειδώσει την παγκόσμια κοινή γλώσσα της ευαισθησίας των απλών ανθρώπων. Η ταινία-το κορυφαίο «box office» του 1970, κέρδισε 200 σχεδόν εκατομμύρια δολάρια και 7 υποψηφιότητες για Όσκαρ. Και το κυριότερο: στη λαϊκή ερωτική κουλτούρα είχε καθιερωθεί η πυκνωμένη φιλοσοφία της αγάπης: «Αγάπη είναι να μην χρειαστεί ποτέ να ζητήσεις συγνώμη…»

Ποιο ήταν εν συντομία το «story» του Love Story; Φοιτητής Νομικής στο Χάρβαρντ εκείνος, ο Όλιβερ Μπάρετ ο Δ’, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας Αγγλοσαξόνων Προτεσταντών, πάμπλουτος, με εξασφαλισμένη από την οικογένειά του καριέρα. Ωραίος, αθλητικός, σταρ του hockey, των γυναικών έρωτας. Εκείνη, η Τζέννιφερ Καβιλέρι, δροσερή φοιτήτρια Μουσικής στο Πανεπιστήμιο του Ράντκλιφ, όμορφη, ελκυστική, πανέξυπνη και ετοιμόλογη, θα κλέψει την καρδιά του Όλιβερ από την πρώτη στιγμή. Τους χωρίζει ωστόσο ένα κοινωνικό χάσμα καθώς η ίδια προέρχεται από την εργατική τάξη, μοναχοπαίδι ενός φτωχού χήρου αρτοποιού-κατάσταση που θα ορθωθεί στη σχέση τους –και θα ξεπεραστεί από τον αταλάντευτο έρωτά τους-ως το μοναδικό εμπόδιο στην ολοκλήρωση της ευτυχίας τους. Μέχρις εδώ το έργο ανελίσσεται χωρίς μελοδραματισμούς, χωρίς την υπερβολή της αισθηματολογίας, αλλά με την δροσιά, το χιούμορ, τις έξυπνες νεανικές ατάκες, τη σπιρτάδα, την ποπ ατμόσφαιρα, που όλα μαζί καμουφλάρουν το υποδόριο δυνατό συν-αίσθημα που τους συνεπαίρνει. Όμως, λάμπει μέσα τους κείνο που αγνοούν, καθώς το διαισθάνεται ο ποιητής… Τη θέση των κοινωνικών αντιθέσεων, που ξεπερνούν με την «επίθεση» του γάμου τους, έρχεται τώρα σαρωτικά να υπερκεράσει η πλήρης ανημπόρια του homo demens μπροστά στο αιφνίδιο πεπρωμένο του…

Πώς όμως ο συγγραφέας εμπνεύστηκε την υπόθεση; Πώς μπόρεσε να ενδύσει με τόσο πειστική συγκίνηση έναν έρωτα που τον μάχονταν «δαίμονες» και «θεοί»; Ένα κομμάτι αυτής της ιστορίας είναι της δικής του ερωτικής εμπειρίας. Το 1998 ο Segal είχε απαντήσει σε σχετική ερώτηση δημοσιογράφων ότι στοιχεία του έργου του δανείστηκε συνδυαστικά από τις προσωπικότητες και τη ζωή δύο συμφοιτητών του: του ηθοποιού Tommy Lee Jones και του πρώην Αντιπροέδρου των ΗΠΑ, Al Gore. Ο τελευταίος ήταν ταλαντούχος ποδοσφαιριστής, επικεφαλής της ομάδας του φημισμένου αθλητικού γυμνασίου St Albans, στην Ουάσιγκτον. Ενώ φοιτούσε ακόμα στο κολέγιο, ερωτεύτηκε τη συμφοιτήτριά του Tipper και την παντρεύτηκε. Αργότερα όμως, σε άλλη συνέντευξη ο Segal παραδέχτηκε ότι στο πρόσωπο της Jennifer ανάστησε την Janet Sussman, τον δικό του μεγάλο σχολικό έρωτα. Η Janet, κόρη Ρωσο-Πολωνών μεταναστών, όμορφη, έξυπνη και όπως ο Segal, σταθερά Εβραία. Για 16 χρόνια της έστελνε ακούραστα ερωτικές επιστολές. Εκείνη σπούδασε μουσική και γαλλικά στο Barnard College (Τμήμα σήμερα του Columbia), έπαιζε πιάνο, σύνθετε μουσικά κομμάτια. Την ακολούθησε στο Παρίσι, όπου ζούσε μαζί με την αδελφή της. Προσπάθησε με κάθε τρόπο να την εντυπωσιάσει. Συνάντησε τον πατέρα της και μίλησε μαζί του ρωσικά, στη μητέρα της μίλησε πολωνικά και στη γιαγιά της εβραϊκά. Δεν την συγκίνησε. Το 1961 ο Έριχ είδε στην εφημερίδα μια ανακοίνωση του γάμου της με έναν συμμαθητή της από το γυμνάσιο. Της έστειλε τότε μια συγχαρητήρια επιστολή.

Πέρασαν οχτώ περίπου χρόνια. Κι όταν τα Χριστούγεννα του 1969, λίγο πριν τον καινούριο χρόνο τέλειωνε το Love Story του, στα μισά της νύχτας την κάλεσε στο τηλέφωνο για να της αναγγείλει ότι είχε γράψει γι’αυτήν ένα ερωτικό γράμμα, πάνω από εκατό σελίδες! Ήταν το βιβλίο του… Εκείνη, είχε δημιουργήσει από χρόνια οικογένεια: παντρεμένη με τον ιδρυτή της πρώτης εταιρείας του Ομίλου Gartner, που τον καθιέρωσε ως πρωτοπόρο της τεχνολογίας πληροφοριών (σήμερα αποτελεί έναν παγκόσμιο κολοσσό στον τομέα παροχής συμβουλών και εργαλείων στον τομέα της πληροφορικής, της χρηματοδότησης, , του ανθρώπινου δυναμικού, του μάρκετιγκ, της νομικής υποστήριξης κ.λ.π.). είχαν αποχτήσει τρία παιδιά. Ο Έριχ δεν πτοήθηκε. Την επόμενη χρονιά, της έστειλε πρόσκληση για την πρεμιέρα του Love Story. H Janet ανταποκρίθηκε. Έπειτα από 17 χρόνια γάμου χώρισε τον σύζυγό της και δεν ξαναπαντρεύτηκε ποτέ…

Γιατί όμως η ηρωίδα του Love Story πεθαίνει; «Όταν χάνεις τη γυναίκα που αγαπάς, τελειώνει για σένα, είτε σε εγκαταλείπει για έναν άλλο άνδρα, είτε πεθαίνει. Μένεις μόνος! Ήμουν ακριβώς σ’αυτό το σημείο όταν άρχισα να επεξεργάζομαι στο μυαλό μου την Ιστορία αγάπης, θα πει.
Όταν ο Έριχ Σήγκαλ (1937-2010) έγραψε το βιβλίο που άλλαξε τη ζωή του, ήταν 32 χρονών (και χωρίς δική του οικογένεια). Σπουδές στο Χάρβαρντ-μεταπτυχιακό και διδακτορικό- και διακρίσεις που μόνον στον Έλιοτ είχαν απονεμηθεί. Τέσσερα χρόνια μετά, κι αφού είχε δημοσιεύσει μερικά εξαιρετικά ακαδημαϊκά βιβλία για τον Ευριπίδη και τον Λατίνο κωμωδιογράφο Πλαύτο, είχε αναλάβει καθηγητής κλασικής λογοτεχνίας στο Yale, αλλά και στο Harvard και στο Princeton. Αργότερα, τη δεκαετία του 1980, οπότε μετακόμισε στο Λονδίνο με τη σύζυγό του, δίδαξε στο Wolfson College της Οξφόρδης).

Το βιβλίο του ωστόσο σημάδεψε αρνητικά την ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία. Η ποπ γραφή και το ανάλαφρο ύφος, που τρέλανε τους baby-boomers, ήταν αντίθετα προς τον πανεπιστημιακό ριγκορισμό. Οι κριτικές δεν ήταν ευνοϊκές. Ο William Styron, συγγραφέας βραβευμένος με Πούλιτζερ (γνωστός από το πολύκροτο βιβλίο του Η εκλογή της Σόφι) έγραψε ότι «πρόκειται για ένα κοινό βιβλίο, που απλώς δεν χαρακτηρίζεται ως λογοτεχνία». Ο κριτικός ταινιών των Νew York Times, Vincent Canby, εκφράστηκε αρνητικά για το βιβλίο, ανέφερε όμως ότι αγαπούσε την ταινία: «Τι μπορείς να πεις για ένα εικοσιπεντάχρονο κορίτσι που πεθαίνει; Είναι υπέροχο και ρομαντικό!». Ο John Ivan Simon επέκρινε το φιλμ στο National Review και σε τηλεοπτική εκπομπή επιτέθηκε στον ίδιο τον Segal.

Ο συγγραφέας όμως είχε γίνει διάσημος, σύμβολο της εφηβικής ιδανίκευσης, αλλά το Πανεπιστήμιο του Yale-όπου τουλάχιστον 600 φοιτητές παρακολουθούσαν τα μαθήματά του, δεν ανανέωσε τη θητεία του. Εξακολούθησε ωστόσο να διδάσκει στο Πρίνστον, και σε άλλα πανεπιστήμια: του Μονάχου, του Τελ-Αβίβ, στο Ντάρτμουθ και στην Οξφόρδη. Στο Λονδίνο συνάντησε το 1974-σε ηλικία 37 χρονών-την εκδότρια παιδικών βιβλίων Karen James, παντρεμένη και διαζευγμένη. Επιστρέφοντας στη Νέα Υόρκη, ο Segal της έγραφε και της τηλεφωνούσε καθημερινά. Την επόμενη φορά που επισκέφτηκε την Αγγλία την παντρεύτηκε. Αισθάνθηκε τότε ότι η ζωή του, μετά την αναστάτωση που του είχε προκαλέσει η τεράστια επιτυχία του βιβλίου και της ταινίας, αρχίζει να βρίσκει την ισορροπία της. Με τη συνεργασία της Karen έγραψε και δημοσίευσε τη συνέχεια του Love Story, το Oliver’s Story (1977), το οποίο όμως, όπως και τα επόμενα μυθιστορήματά του, δεν είχαν την ίδια επιτυχία. Από τον γάμο του απόχτησε δύο κόρες, τη Francesca και τη Miranda. Είχε εγκατασταθεί πια στο Λονδίνο.

Πέντε χρόνια μετά τον γάμο του κι ενώ ήταν μόλις 40 χρόνων, ο Segal προσβλήθηκε από τη νόσο του Πάρκινσον. Παρά το κινητικά προβλήματα που η ασθένεια του προκάλεσε προϊόντος του χρόνου, το μυαλό του έμεινε αστραφτερό και η συγγραφική του δραστηριότητα ακάματη για πολλά χρόνια. Το τελευταίο έργο του, ακαδημαϊκού χαρακτήρα, ήταν η ιχνηλάτηση ενός φιλολογικού ζητήματος, το οποίο τον είχε απασχολήσει ήδη από τα χρόνια της διδακτορικής του διατριβής. Η γένεση και η πορεία του γέλιου, από τους αρχαίους Έλληνες-την κωμωδία-, μέχρι τον Δρ. Strangelove του Stanley Kubrick. Στο βιβλίο που εξέδωσε σχετικά με το πρόβλημα-Τhe Death of Comedy (2001)-διαπιστώνει ότι ο εικοστός αιώνας επέφερε τον θάνατο της κωμωδίας. Αν και, έχοντας ο ίδιος μια καταπληκτική αίσθηση του χιούμορ, ήταν αντίθετο προς τη φύση του να κλείσει με ένα «αγγελτήριο θανάτου» του γέλιου. «Αυτά τα πράγματα λειτουργούν με κύκλους. Φεύγουν και επανέρχονται. Η κωμωδία απλώς κοιμήθηκε …»

Στις 17 Ιανουαρίου 2010, ημέρα Κυριακή «κοιμήθηκε» και ο συγγραφέας Erich Segal, 72 ετών, στο σπίτι του στο Λονδίνο, όπως ανακοίνωσε στα μέσα ενημέρωσης η κόρη του Francesca. «Ο άνθρωπος που προκάλεσε εκατομμύρια λυγμούς ως δημιουργός του μυθιστορήματος και της ταινίας «Love Story», θα γράψουν οι εφημερίδες όλου του κόσμου, ανακοινώνοντας τον θάνατο του συγγραφέα και πανεπιστημιακού δασκάλου. «Plaudite, amici, comedia finita est…» (Χειροκροτείστε, φίλοι, η κωμωδία τελείωσε…) θα μπορούσε ο ίδιος να μας πει, μετατρέποντας την αβεβαιότητα του Τhe Death of Comedy σε βεβαιότητα πια… Η Francesca, στον αποχαιρετιστήριο λόγο της, θα θρηνήσει τη δραματική έκπτωση της δημιουργικής νόησης του πατέρα της, στην καταληκτική φάση της ζωής του: «Στην Αρκαδία του Tom Stoppard, η Thomasina θρηνεί το κάψιμο της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας και τις απώλειες του Αισχύλου, του Σοφοκλή και του Ευριπίδη – όλη η βιβλιοθήκη του Αριστοτέλη καταστράφηκε. Εδώ και χρόνια, αυτή η εικόνα με έκανε να σκέφτομαι τον πατέρα μου. Όλα του τα χαρίσματα, η ευφυΐα, η γνώση, το πνεύμα, τα λογοπαίγνια και τα πάντα, αναλώνονται στις φλόγες της νευρολογικής αρρώστιας του». Και προσθέτει: «Το ότι αγωνίστηκε για να αναπνεύσει, αγωνίστηκε για να ζήσει κάθε δευτερόλεπτο των τελευταίων 30 ετών της αρρώστιας του με τόσο εντυπωσιακό πείσμα, αποτελεί απόδειξη του κυττάρου του – μια τυφλή εμμονή που τον είδε να συνεχίζει τη φροντίδα προς τη διδασκαλία του, το γράψιμό του, το τρέξιμό του και τη μητέρα μου, με την ίδια αμετακίνητη επιμονή. Ήταν ο πιο πεισματικά δυνατός άνθρωπος, που κανένας από εμάς δεν θα ξαναγνωρίσει ποτέ».

Με την ίδια επιμονή και η Ιστορία αγάπης. Δεν ξέρω αν γνωρίζουν, αν έχουν ακούσει για το Love Story του πανεπιστημιακού καθηγητή Erich Segal οι σημερινοί νέοι. Ξέρω πως το βιβλίο έχει επανεκδοθεί στη γλώσσα μας και σε σύγχρονες εκδόσεις-ίσως η τελευταία να είναι εκείνη του 2006. Σίγουρα όμως, μέσα στην πλημμυρίδα της «αγοράς του έρωτα», στη διαφημιστική διακίνηση του εκχυδαϊσμένου-με το προσωπείο του «απελευθερωμένου»-έρωτα των ημερών μας, στην πολιορκημένη ευγένεια, που σίγουρα εμφωλεύει στην ψυχή των νέων ανθρώπων-και των μεγαλύτερων-και στη συγχυτική αξιακή υποκατάσταση, μεγαλύτερη από εκείνη της δεκαετίας του 1970, το ήθος μιας πραγματικής «επανάστασης του έρωτα», που υπερνικά τα κοινωνικά στεγανά και τη μυωπική, χρησιμοθηρική νόηση των μεγάλων, θα επανέρχεται, όχι μόνον με τον Άγιο Βαλεντίνο. Αλλά και με κάθε ρομαντική αναζήτηση της δροσιάς, της ομορφιάς, της αντίστασης, και της καθαρότητας που έχει η νεότητα. Και που-κάποιες φορές- επιμένει να μην υποκύπτει ούτε καν στη δημογραφία!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.