Μαρία Αθανασοπούλου | Η ταινία

Λένε οι ψυχολόγοι ότι το πρώτο βήμα για να ξεπεράσει κανείς τους δαίμονές του είναι να τους εντοπίσει. Δηλαδή να τους αναγνωρίσει ως τέτοιους. Ίσως πράγματι αυτό να είναι το πρώτο αναγκαίο σκαλοπάτι, η αρχή της ίασης. Μπορεί και το ενενήντα τοις εκατό της θεραπείας. Σκέφτηκα λοιπόν ότι μπορεί να είναι χρήσιμο να γίνει μία ενδοσκόπηση.

Έτσι αποφάσισα να σας ταλαιπωρήσω κάνοντας αναφορά σε κάποιο γεγονός που έπαιξε σημαντικό ρόλο και με καθόρισε. Ενδεχομένως να έχει και για σας κάποια σημασία αυτό το ταξίδι στο παρελθόν. Μπορεί και να σας θυμίσει δικά σας οικεία κακά στα οποία χρωστάτε αυτό που είστε σήμερα. Φαντάζομαι ότι έχω την άδειά σας για αυτή την απόπειρα. Αλλά, και αν ακόμη δεν συμφωνείτε, η απόφασή μου είναι οριστική. Ακόμη και χωρίς αυτήν θα προχωρήσω.

Δεν πρέπει να πήγαινα ακόμη σχολείο όταν είδα την πρώτη μου ταινία στο σινεμά. Η επίγευση που μου άφησε ήταν οδυνηρή, μία πραγματικά οδυνηρή εμπειρία. Θυμάμαι ότι ήταν ένα ζεστό καλοκαιρινό βράδυ και ο κινηματογράφος εκείνος, στην επαρχιακή πόλη που ζούσα τότε, μία αληθινή όαση. Το πράσινο πλούσιο σε όλες του τις πλευρές. Μοσχοβόλαγε ο τόπος από το γιασεμί και το αγιόκλημα που αγκαλιάζανε το φράχτη. Επεκτεινόταν το πράσινο και παραδίπλα, γιατί υπήρχαν ακόμη στην πόλη διάσπαρτοι ελεύθεροι χώροι.
Η δόμηση εκείνη τη δεκαετία ήταν χαμηλή και επέτρεπε στα ρεύματα του αέρα να δημιουργούν τις απαραίτητες ανάσες οξυγόνου. Μία απόλαυση λοιπόν εκείνο το θερινό σινεμά με λεμονάδες, πορτοκαλάδες, στραγάλια, πασατέμπο, κοκ και μπυράλ. Αυτό το τελευταίο, για όσους δεν το ξέρουν, ήταν ο πρόδρομος της κόκα-κόλα. Τα σταντ με τις φωτογραφίες από την ταινία που πρόβαλε αλλά και από εκείνες που θα ακολουθούσαν κλέβανε και απορροφούσανε τη ματιά μου. Συνήθως έπαιζε τις πιο καλές από το ρεπερτόριο του χειμώνα αλλά και από προηγούμενα χρόνια. Επρόκειτο δηλαδή για ένα σινέ τέχνης, όπως έχει επικρατήσει να τα ονομάζουμε σήμερα, με τους μεγάλους και σπουδαίους πρωταγωνιστές της εποχής. Η προσμονή και η λαχτάρα μου να εισχωρήσω σ’ αυτόν τον μαγικό χώρο είχε φτάσει στο κατακόρυφο. Καινούργια εμπειρία για μένα, που την επιθυμούσα πολύ.

Φτάσαμε στον κινηματογράφο, ο αδερφός μου και ‘γω, συνοδευόμενοι από τη γάτα μου, τη Λουκία, που δεν εννοούσε να με αποχωριστεί. Έτσι την είχε βαφτίσει η μεγαλύτερη αδερφή μου, γιατί ήταν πολύ καθαρή κάτι που της διασφάλιζε λαμπερό και αστραφτερό τρίχωμα. Ολόκληρη ιεροτελεστία το πλύσιμο της Λουκίας κάθε φορά που έμπαινε στο σπίτι. Της έπαιρνε ώρα πολλή για να πλυθεί και να σινιαριστεί μετά τη βόλτα της. Έγλειφε σχολαστικά για αρκετά λεπτά ένα ένα τα δάχτυλα και τα μαλακά της πατουσάκια. Μαζί κοιμόμασταν, μαζί ξυπνάγαμε. Στα πόδια μου έβρισκε καταφύγιο όταν την κυνηγούσε η Φρίντα, η σκυλίτσα του σπιτιού, μεγαλύτερη σε ηλικία, που δεν την άφηνε σε ησυχία όταν ήθελε να κοιμηθεί ή να χαλαρώσει. Η Φρίντα τα έπαιρνε στο κρανίο κάθε φορά που την τσίγκλαγε και την κυνηγούσε ανελέητα.

Η Λουκία στο σινεμά, εφευρετική όπως όλα τα αιλουροειδή, είχε εξασφαλίσει το προσωρινό της καταφύγιο μέχρι να τελειώσει η προβολή. Σκαρφάλωνε στην ακακία που έστεκε αγέρωχη στο πεζοδρόμιο, έξω από τον κινηματογράφο, και περίμενε υπομονετικά για να γυρίσουμε όλοι μαζί στο σπίτι. Η ταινία ήταν πολεμική. Το θέμα μου, όπως καταλαβαίνετε, ο πόλεμος, αυτή η αιώνια κατάρα, διαχρονικός και δυστυχώς πάντοτε επίκαιρος. Έχουν γίνει και εξακολουθούν να γίνονται τα πάντα για να συντηρείται η επικαιρότητά του. Και ‘σεις το ξέρετε, η ανθρώπινη ιστορία είναι γεμάτη από μάχες και συγκρούσεις και από τα δεινά που τις ακολουθούν.

Ο πόλεμος λοιπόν με όλες τις οδυνηρές συνέπειες, την ατέλειωτη βία, τον όλεθρο, τις στάχτες, την καταστροφή και τον αφανισμό από τη μία πλευρά, και εγώ από την άλλη. Ένα παιδί ζωηρό, ανήσυχο, ατίθασο και ευαίσθητο. Μεγάλωνα σε μία πολυμελή οικογένεια, κάνοντας κάθε μέρα αγώνα δρόμου για να προσεγγίσω τα αδέρφια μου, να σταθώ ισάξια απέναντί τους, δεδομένου ότι ήμουνα το πιο μικρό. Οι κεραίες μου ήταν απλωμένες παντού, όπου μπορούσα να αντλώ γνώσεις και εμπειρίες, και τα ερεθίσματα αρκετά για να τις ενεργοποιούν. Εκείνη η εποχή άλλωστε υπήρξε εποχή εκκωφαντικής σιγής για κάποια από τα γεγονότα που είχαν προηγηθεί και τα μισόλογα που ψέλλιζαν οι μεγάλοι έδιναν το έναυσμα για αναζήτηση. Οι άνθρωποι είχαν βγει από το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και από τον αιματηρό εμφύλιο που τον ακολούθησε και προσπαθούσαν να ξεχάσουν και να ξαναστήσουν τη ζωή τους από την αρχή. Ανίδεη και αθώα, αντιλαμβάνεσθε πώς εισέπραξα τις εικόνες από την ταινία. Ο καλοστημένος χαρούμενος και ανέφελος κόσμος, που είχα χτίσει ολόγυρά μου, κατακρημνίστηκε. Ένα μπερδεμένο κουβάρι οι συνέπειες στον ψυχισμό μου, που από εκείνο το βράδυ άρχισε να ξετυλίγεται.

Δεκάδες χερσαίες επιχειρήσεις, αμέτρητοι βομβαρδισμοί, εκατοντάδες νεκροί, τραυματίες και αιχμάλωτοι, ένας πραγματικός χαμός εξελίχθηκε μπροστά στα γουρλωμένα μου μάτια. ΄Ένας χαμός όμως άρχισε να δημιουργείται και μέσα μου. Αναστατώθηκα, ταράχτηκα πολύ, η αδρεναλίνη μου στο φόρτε της, η καρδιά μου άρχισε να πάλλεται δυνατά. Κάποιες στιγμές δεν άντεχα στην εικόνα και σφάλιζα ορμητικά τα μάτια μου.
Ο ουρανός, που τόσο με συνέπαιρνε και με ταξίδευε προσκαλώντας με να τον ανακαλύψω όταν θα μεγάλωνα, άρχισε να χάνει τη γοητεία και τη σαγήνη του. Η καταχνιά και η ομίχλη του πολέμου, o φόβος και ο πανικός που άρχισε να τρυπώνει στην ψυχή μου, σκεπάσανε και θολώσανε τη μαγεία του. Με τους βομβαρδισμούς που εξελίσσονταν στην οθόνη, είχε μετατραπεί σε ορμητήριο τρόμου και πανικού, σπέρνοντας αφειδώς το θάνατο.
Μου άρεσε πολύ το καλοκαίρι, αργά το βράδυ, περασμένες δέκα, να δροσίζομαι καθισμένη στο μαρμαρένιο κεφαλόσκαλο της σιδερένιας εξώπορτας του σπιτιού μας και από εκεί να τον αγναντεύω. Ασκούσε πάνω μου, είναι αλήθεια, μία παράξενη, μία αλλόκοτη γοητεία. Το μυαλό μου ταξίδευε, έφευγα από την πραγματικότητα. Ονειρευόμουνα κόσμους μαγικούς, όπως η αχαλίνωτη φαντασία μου τους έφτιαχνε. Αρκετές φορές σκεφτόμουνα, όταν θα μεγάλωνα, να γίνω αστροφυσικός για να ανακαλύψω τα μυστικά που έκρυβε. Να τον εξερευνήσω, να λύσω το μυστήριο. Με έβγαζε από όλες αυτές τις σκέψεις και τα ατελείωτα ταξίδια του νου και με επανέφερε ανώμαλα στην πραγματικότητα η φωνή κάποιων μεγάλων από τους γείτονες και τους περαστικούς όταν με αντικρύζανε σ’ αυτή τη θέση.

«Τι κάνεις εκεί, μικρό παιδί εσύ, δεν κοιμάσαι τέτοια ώρα; Μετράς τ’ αστέρια; Δεν κάνει να τα μετράς γιατί τα δάχτυλά σου θα γεμίσουνε καρναβίτσες».

Η παρατήρησή τους δεν με έπειθε. Το επόμενο βράδυ έκανα το ίδιο. Όπως έμαθα οι καρναβίτσες, για τις οποίες έκαναν λόγο, είναι οι μυρμηγκιές που βγάζουν αρκετά παιδιά από το άγχος όταν δίνουν πανελλήνιες ή από κάποια αντίστοιχα στρεσογόνα γεγονότα. Οι προβλέψεις τους βέβαια δεν επιβεβαιώθηκαν. Ποτέ δεν έβγαλα καρναβίτσες μετρώντας τ’ άστρα. Ωστόσο εκεί, στην καρέκλα του κινηματογράφου, ο συνειρμός έγινε αυτόματα. Θυμήθηκα τα λόγια τους. Έκανα τη σκέψη μήπως τελικά οι καρναβίτσες δεν είναι τα εξογκώματα, τα σπυράκια στα δάχτυλα, όπως μου είχε πει η μαμά μου όταν τη ρώτησα, αλλά οι βόμβες που είχανε σκορπίσει τη φρίκη και το θάνατο. Μαζεύτηκα έντρομη, κουλουριάστηκα στο κάθισμά μου, σφίγγοντας τα δόντια, και περίμενα με αγωνία να τελειώσει αυτό το μαρτύριο των ματιών και της ακοής μου. Ταυτόχρονα αισθάνθηκα ότι ο μέχρι τότε γνωστός κόσμος μου τεμαχίστηκε, σκίστηκε στα δυο. Στον κόσμο των μεγάλων και στον κόσμο των συνομηλίκων μου. Δεν τη γλύτωσε ούτε και ο αδερφός μου γιατί τον συμπεριέλαβα μέσα στους πρώτους δεδομένου ότι είχαμε μία διαφορά ηλικίας μεγαλύτερη από δέκα χρόνια.

Κάποια στιγμή, επιτέλους, τέλειωσε η ταινία. Ωστόσο το μαρτύριο για μένα δεν είχε σταματήσει εκεί. Κλείστηκα στο καβούκι μου. Η σκέψη μου δεν έλεγε να ξεκολλήσει από όσα έζησα στην καρέκλα του κινηματογράφου τη βραδιά εκείνη. Ούτε τα παιχνίδια και τα νιαουρίσματα της Λουκίας, που μας ακολούθησε, ξεχωρίζοντάς μας μέσα από το μπουλούκι του κόσμου, καταφέρανε να με βγάλουνε από τις θλιβερές μου σκέψεις. Αν θυμάμαι καλά, ούτε να φάω είχα διάθεση εκείνο το βράδυ. Τρύπωσα στα σκεπάσματα του κρεβατιού μου, πήρα αγκαλιά το μαξιλάρι και αφέθηκα σε ένα ατελείωτο πανηγύρι λυγμών καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια να τους κρύψω. Δεν με χώραγε ο τόπος. Αυτός ο καινούργιος φριχτός κόσμος που ξεπήδησε μέσα από την ταινία δεν άντεχε στην παιδική και άδολη λογική μου. Εγώ μέχρι τότε ένιωθα ευτυχισμένη με τη φύση, τον ήλιο, τον ουρανό και τη θάλασσα κοντά στα αγαπημένα μου πρόσωπα και έκανα πολλά όνειρα. Όλα αυτά για μένα ήταν αρκετά. Μάταια προσπαθούσα να εξηγήσω το παράλογο, την παραφροσύνη και την τρέλα που σέρνει μέσα του αυτό το οριακό γεγονός. Μάταια όμως προσπαθούσε και η Λουκία με τα γουργουρητά και τα παιχνίδια της να αποσπάσει την προσοχή μου. Στάθηκε αδύνατο.
Κάποια στιγμή, από το χείμαρρο των δακρύων που με είχε κατακλύσει, κουραστήκανε τα μάτια μου και αποκοιμήθηκα. Για κάμποσες νύχτες εκείνες οι φοβερές σκηνές της ταινίας βασανίζανε τον ύπνο μου. Ο εφιάλτης επέστρεφε για μεγάλο χρονικό διάστημα και κυριαρχούσε στα όνειρά μου.

Σκαλίζοντας στο παρελθόν διαπίστωσα ότι, όταν πήγα σχολείο, εκείνη η νύχτα είχε κι άλλες προεκτάσεις. Για παράδειγμα στο μάθημα της ιστορίας είχα μία άρνηση. Δεν ήταν ποτέ από τα αγαπημένα μου. Κάθε φορά που άνοιγα το βιβλίο το αίμα που ανάβλυζε μέσα από τις σελίδες με γέμιζε θλίψη και τρόμο. Οι σχέσεις μου μαζί της ήταν σχέσεις αγάπης και μίσους. Βοήθησε σ’ αυτό και η διαφοροποίηση στις εκτιμήσεις των ιστορικών γεγονότων που έβλεπα στις πηγές που κατέφευγα.΄Εκανα μεγάλη προσπάθεια για να αποκαταστήσω τις σχέσεις μου μαζί της όταν, μεγαλώνοντας, διαπίστωσα ότι η μελέτη της ιστορίας είναι απολύτως αναγκαία για να προχωράμε με ασφαλή βήματα στο μέλλον. Συνειδητοποίησα με τον καιρό ότι η άγνοια γύρω από αυτά τα ζητήματα οδηγεί στα ίδια λάθη.

Δεν θέλω να σας κρύψω ότι μπορεί και τώρα ακόμη να κουβαλάω μέσα μου αυτόν τον απόηχο της φρίκης που άφησε στον ψυχισμό μου εκείνη η σημαδιακή ταινία. Πώς αλλιώς να εξηγήσω, σας το εξομολογούμαι κι αυτό, ότι τρομάζω, αναστατώνομαι πολύ κάθε εικοσιπέντε του Μάρτη, όταν ακούω τα πολεμικά αεροπλάνα να σχίζουνε τον ουρανό της πρωτεύουσας. Στενοχωριέμαι πολύ, πονάω, συμπάσχω καθώς βλέπω από το μπαλκόνι τα πετεινά του ουρανού, στο άκουσμά τους, να τρέχουνε σαν τρελά να κρυφτούνε, να κουρνιάσουνε κάπου με ασφάλεια. Με τρομάζουνε ακόμη και τα βεγγαλικά και τα πυροτεχνήματα. Θεωρώ την ύπαρξή τους ύβρη, όχι μόνο απέναντι στη ζωή, αλλά και απέναντι σε εκείνους τους λαούς που βιώνουνε τον τρόμο και τον όλεθρο του πολέμου που εξελίσσεται σε διάφορα σημεία του πλανήτη. Τέλος όταν έχουμε καταιγίδες και σείεται το στερέωμα από τις αστραπές και τα μπουμπουνητά που τις συνοδεύουνε, καθώς τρίζουνε τα τζάμια και το πάτωμα, αδιόρατα, αυτόματα σχεδόν, σχηματίζονται στο μυαλό μου εικόνες πολέμου. Χρειάζεται να επιστρατεύσω τη λογική για να ξεπεράσω την ταραχή που φευγαλέα με διαπερνά εκείνες τις στιγμές. Όπως βλέπετε, διαπιστώνω συχνά ότι ο εφιάλτης εκείνης της νύχτας παραμένει παρών, ας έχουνε περάσει τόσα χρόνια από τότε. Πράγματι δεν είναι καθόλου εύκολο να απαλλαγεί κανείς από τους δαίμονές του. Σαν σκελετοί θρεμμένοι από το καταλαγιασμένο κατακάθι του φόβου βγαίνουνε, ξεπετιούνται απ’ το ερμάρι της ψυχής του κάθε φορά που βρίσκουνε κατάλληλο και πρόσφορο έδαφος.

Κλείνω αυτή την παρένθεση, επιστρέφοντας στα χρόνια της αθωότητας. Επανέρχομαι σε εκείνη τη νύχτα που καθόρισε τον ψυχισμό μου και έγινε η αφορμή για όλες αυτές τις σκέψεις και τον προβληματισμό γύρω από αυτό το μεγάλο θέμα που ταλάνισε και ταλανίζει την ανθρωπότητα. Αγνοώντας την τεχνική του κινηματογραφου, είχα θεωρήσει ότι ολόγυρά μου εξελισσότανε μία συνωμοσία στην οποία έπαιρναν μέρος όλοι οι μεγάλοι. Λάβετε υπόψη σας ότι αναφέρομαι σε εκείνα τα χρόνια που ούτε τηλεόραση υπήρχε στα σπίτια μας. Για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ούτε λόγος εκείνη την εποχή. Μάλιστα, για να σας δώσω να καταλάβετε καλύτερα, στα μάτια μου η ευθύνη όλων των μεγάλων, και των γονιών μου ακόμη, ήταν διπλή. Μία για τον πόλεμο που είχε προηγηθεί και μία ακόμη για την αναπαράστασή του. Για το τελευταίο έβρισκα ότι η ευθύνη τους ήταν βαρύτερη. Με το φτωχό και ανοικείωτο παιδικό μου μυαλό δεν τους έδινα κανένα άλλοθι, καμία δικαιολογία. Να σκοτώνουνε, να τραυματίζουνε και να αιχμαλωτίζουνε προκειμένου να διασκεδάσουνε και να περάσουνε την ώρα τους ήταν περισσότερο επιβαρυντικό στα δικά μου τα μάτια. Μία καχυποψία απέναντί τους κυριάρχησε στη σκέψη μου. Άρχισα να παίρνω τις αποστάσεις μου.

Η μητέρα μου, που δεν της ξέφευγε τίποτα, εντόπισε την αλλαγή στη συμπεριφορά μου. Έκανε φιλότιμες προσπάθειες να με ξεψαχνίσει με εκείνο τον όμορφο τρόπο που οι καλές μαμάδες σε όλον τον κόσμο διαθέτουν. Οι εξηγήσεις που μου έδωσε για την κινηματογραφική τεχνική ήταν αρκετές για να διαλύσουνε εκείνο το μαύρο πέπλο της σκέψης μου. Έτσι, κάποια στιγμή, λυτρώθηκα και αποκαταστάθηκαν οι σχέσεις μου με τους μεγάλους. Όμως για τον ίδιο τον πόλεμο και την αναγκαιότητά του, οι απαντήσεις της δεν ήταν πειστικές γιατί και εκείνη δεν διέθετε τέτοιες. Και σας ομολογώ ότι και εγώ, μετά από τόσα χρόνια, όσο κι αν ψάχνω, δεν έχω καταφέρει να βρω.

Το ζήτημα της αναγκαιότητας του πολέμου με απασχόλησε και με απασχολεί ακόμη. Τυράννησε και τυραννάει το μυαλό μου από τότε, από εκείνα της αθωότητας τα χρόνια, με σκέψεις σαν κι αυτές που θα σας αραδιάσω.
Γεμίσαμε από ήρωες και ηρώα που τα σπείραμε παντού. Έχουνε στολιστεί οι πλατείες και τα πάρκα μας με προτομές και αγάλματα πλημμυρισμένα από τις βουβές συνομιλίες αναμεταξύ τους. Ήρωες που, αν τους ρωτούσες, νομίζω θα προτιμούσαν τη ζωή από τον ηρωϊκό θάνατο, έτσι όπως τον εξωραΐσαμε χρυσώνοντας το χάπι. Πλήθος γύρω μας οι βετεράνοι του πολέμου. Άνθρωποι άρρωστοι ψυχικά πλέον, που, αν τους ρώταγε κάποιος μετά το σοκ που υποστήκανε, φαντάζομαι κι εσείς συμφωνείτε, μάλλον θα προτιμούσανε την απλή καθημερινή ζωή. Αυτή που με τις επιλογές τους θα είχανε ορίσει.

Ο νόμος της ζούγκλας, το δίκαιο του ισχυροτέρου, βασιλεύει στον κόσμο μας. Η ζωή στον πλανήτη κρέμεται από την τύχη. Δεν είναι συνειδητή επιλογή. Ζούμε και υπάρχουμε από σύμπτωση. Με τα όπλα μαζικής καταστροφής που διαθέτουμε, ακόμη και το λάθος μπορεί να προκαλέσει τον αφανισμό μας. Διαλύθηκαν και διαλύονται χώρες, ερημώθηκαν και ερημώνονται πόλεις και χωριά.Καταστράφηκαν και εξακολουθούν να καταστρέφονται πολιτιστικά μνημεία. Σκοτώθηκαν εκατομμύρια άνθρωποι και συνεχίζουν να σκοτώνονται πολλές χιλιάδες ακόμη. Βυθίστηκαν και βυθίζονται στη δυστυχία και στην προσφυγιά εκατομμύρια άνθρωποι και μολύνεται το περιβάλλον.

Οι θάλασσές μας έχουνε γίνει νεκροταφεία αμέτρητων ψυχών, ανθρώπων σαν και μας, που πνίγηκαν στην προσπάθειά τους να βρουν ασφαλές καταφύγιο. Μέχρι και υποθαλάσσιο φράχτη υψώσαμε, βυθίζοντας τείχη, προκειμένου να αναχαιτίσουμε την είσοδο των χιλιάδων άτυχων και απελπισμένων. Υποθηκεύσαμε τις μελλοντικές γενιές στον τρόμο, στην αβεβαιότητα και στην απειλή της καταστροφής σε ένα φυσικό περιβάλλον που δεν έχει καμία σχέση με εκείνο που παραλάβαμε.

Αρκετές φορές αναρωτήθηκα, καλοί μου, αν ο πόλεμος, πέρα από τα προβλήματα που κάθε φορά δημιουργεί, γίνεται και η αφορμή για τις επόμενες, τις μελλοντικές εστίες έντασης, τις μελλοντικές αιτίες πολέμου και συγκρούσεων. Δεν είναι αλήθεια ότι εκτρέφει έχθρες, συντηρητικά αντανακλαστικά και αλυτρωτισμούς; Η ήπειρός μας το πλήρωσε αυτό. Οι τσόντες έριδας που άφησε πίσω του ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος έγιναν η αφορμή για το δεύτερο. Ο εικοστός αιώνας, παρά την τεχνολογική πρόοδο, ξεπέρασε σε βαρβαρότητα όλους τους προηγούμενους. Αλλά και ο αιώνας που διανύουμε δεν πάει πίσω. Έχει αποδειχτεί πολύ πλούσιος σε πολεμικά γεγονότα και συγκρούσεις.

Χύθηκε πολύ μελάνι, επιστρατεύτηκαν και επιστρατεύονται πολλά επιχειρήματα προκειμένου να δοθεί το έρεισμα, το ιδεολογικό άλλοθι που θα δικαιολογεί την πολεμική πράξη κάθε φορά. Σε αυτό το βωμό θυσιάστηκαν, διαστρεβλώθηκαν και παρερμηνεύτηκαν ρήσεις με εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο.
Ο καημένος ο Ηράκλειτος κακοποιήθηκε και εξακολουθεί να κακοποιείται βάναυσα. «Πατήρ πάντων πόλεμος …», είπε εκείνος υπονοώντας τη ροή των πραγμάτων, την αέναη κίνηση, την πάλη των αντιθέτων που θα οδηγήσει τον άνθρωπο στη σύνθεση, στην αρμονία και στην ομορφιά. Την κόψαμε και τη ράψαμε στα δικά μας, τα κοντά μέτρα. Την προσαρμόσαμε στο δικό μας κοντό ανάστημα.

Πολλές φορές αναρωτιέμαι, φαντάζομαι θα συμφωνείτε και σεις σε αυτό, γιατί εμείς οι άνθρωποι καταναλώνουμε τόση φαιά ουσία, ξοδεύουμε τόσο μεγάλα ποσά προετοιμαζόμενοι για τον πόλεμο προκειμένου, όπως λέμε, να διασφαλίζουμε την ειρήνη. Κάπως σαν τρελό, θεότρελο και αντιφατικό μού ακούγεται. Μήπως στ’ αλήθεια θα έπρεπε να αντιστρέψουμε τους όρους αυτού του συλλογισμού, αυτής της ρήσης; Για ακούστε το. Παρακαλώ, την προσοχή σας :

«Ετοιμαζόμαστε, κάνουμε τα πάντα για την ειρήνη, προκειμένου να μην έχουμε πόλεμο».

Μου ακούγεται, φαίνεται και είναι θα μπορούσα να το ισχυριστώ, λογικό και ελπιδοφόρο. Μήπως η πείρα δεν έχει δείξει ότι η βία, ως μέσο για την ειρήνη, αυτό που πετυχαίνει δεν είναι τίποτε άλλο παρά μόνο η διαιώνισή της; Σύμμαχός μας θαρρώ σε αυτό το εγχείρημα, η εξέλιξη του πολιτισμού, καθώς με τον πνευματικό της πλούτο από μόνη της αντιστρατεύεται τον πόλεμο. Ίσως μου πείτε, αφουγκράζομαι τη σκέψη σας, ότι αυτό είναι αφελές. Μπορεί και να είναι. Ωστόσο κανένας μα κανένας δεν μπορεί να μη δεχτεί, κανένας δεν μπορεί να αρνηθεί ότι πραγματικά αυτό είναι πιο λογικό και φαίνεται περισσότερο ειλικρινές.
Και όλα αυτά γιατί… Γιατί… Γιατί…

Ας απαντήσει κάποιος σε αυτό το καίριο, το καθοριστικό για μας και τον πλανήτη ερώτημα: Αυτό το ξέφρενο κυνήγι, αυτή η αχαλίνωτη κούρσα των εξοπλισμών ποιόν στ’ αλήθεια συμφέρει; Εμάς τους πολλούς, που συνήθως είμαστε και τα θύματα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ή κάποιους λίγους; Άλλωστε τι είναι η ζωή μας; Ένα ταξίδι με ίδιο για όλους προορισμό. Μία μεταχρονολογημένη επιταγή με ανοιχτή την ημερομηνία της λήξης της. Γιατί χρειάζεται να κάνουμε προεξόφληση; Ας το κάνουμε ταξίδι ζωής. Ας φτάνουμε στο αναπόδραστο τέρμα ο καθένας μας στη δική του ώρα.

Ας πεθαίνουν οι άνθρωποι στα κρεβάτια τους κοντά στους αγαπημένους τους.

Κάμποσες φορές σε όλους αυτούς τους προβληματισμούς και τις αναζητήσεις μου βρίσκω παρηγοριά σε αυτά τα λόγια, προσευχή μοιάζουν, του αγαπημένου μου, του λεπτού και τρυφερού αυστριακού ποιητή που ένα αγκάθι τριανταφυλλιάς έδωσε την αφορμή για να κοπεί το νήμα της ζωής του:

«Δώσε, Θεέ μου, στον καθέναν τον δικό του θάνατο
δώσε στον καθέναν τον θάνατο που γεννήθηκε
από την ίδια του τη ζωή
όπου έμαθε την αγάπη και τη δυστυχία

Γιατί εμείς δεν είμαστε παρά η φλούδα, το φύλλο
μα ο καρπός που είναι στο κέντρο του όλου
είναι ο μεγάλος θάνατος που φέρει ο καθένας
μέσα του».

-Ράϊνερ Μαρία Ρίλκε

Ας αφήσουμε λοιπόν τους ανθρώπους να ζούνε στους τόπους τους και, αν δεν το θέλουν, αυτό να είναι δική τους επιλογή και όχι εξαναγκασμός.

Ας μην βιαζόμαστε να πάμε εκεί που δεν υπάρχει επιστροφή. Δεν ξέρω άλλωστε και κανέναν που να επέστρεψε και να μας διαβεβαίωσε ότι εκεί είναι καλύτερα.

Ας ακούσουμε, ας σκεφτούμε, ας προβληματιστούμε με αυτά
τα λόγια ενός άλλου σπουδαίου:

«Ο πόλεμος είναι μια σφαγή ανθρώπων
που δεν αλληλογνωρίζονται
προς όφελος ανθρώπων που γνωρίζονται
αλλά δεν αλληλοσκοτώνονται»

-Πωλ Βαλερύ


Η Μαρία Αθανασοπούλου γεννήθηκε στην Πάτρα και κατοικεί στην Αθήνα. Τελείωσε τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και συνέχισε τις σπουδές της στο Πολιτικό Τμήμα της ίδιας Σχολής. Υπήρξε δικηγόρος Αθηνών και εργάστηκε παραπάνω από τρεις δεκαετίες στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών. Από τις εκδόσεις Γκοβόστη κυκλοφορούν τα βιβλία της: «Συνομιλώντας με τους Αλμπέρτο Καέιρο και Φερνάντο Πεσσόα» (δοκίμιο), «Ταξίδι Εκλογών» (μυθιστόρημα), «Σαν Μυθιστόρημα» (μυθιστόρημα), «Ιβάν… όπως… Γιάννης… και άλλα ασύνδετα διηγήματα» (διηγήματα), «Ποιήματα από το 2016 στο 1990» (ποιητική συλλογή), «Το μαγικό δώρο» (αφήγημα), «έτσι, όπως έρχονται» (ποιητική συλλογή), «Δημοκρατία, Βία και Εξουσία» (δοκίμιο). Συμμετείχε επίσης στα συλλογικά έργα: » Τα Ποιήματα του 2016″ (Κοινωνία των (δε)κάτων), «ποιήματα της κρίσης» (εκδόσεις Ιωλκός).

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.